Archive for the ‘ΕΛΛΗΝΕΣ’ Category

Όλοι εσείς, οι ανιστόρητοι, είστε που θεριέψατε τον φασισμό βγάζοντας τον άσπιλο μέσα από την κολυμβήθρα του ψευτοιστορικού αναθεωρητισμού, που υπηρετείτε μάλλον εν αγνοία σας.  
Όλοι εσείς που με τις απαράδεκτες γενικεύσεις σας και τις επιλεκτικές σας εστιάσεις καταφέρατε να ισοπεδώσετε τα πάντα και να εξομοιώσετε τα πάντα.
Έχετε μια ασπρόμαυρη ψευτοηθική Μορμόνου αγνοώντας ότι η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα απέραντο γκρίζο, μια θολούρα η οποία μερικές φορές μας επιτρέπει κάποιες ξεκάθαρες ματιές.
Τώρα κάθεστε στο πεφωτισμένο σας κάστρο, κήνσορες και θεράποντες των πάντων. Έχετε τις λύσεις για τα πάντα με την υποτίθεται ψύχραιμη και λογική σας στάση σε έναν παράλογο κόσμο.
Απολαμβάνετε τον αέρα της αυθεντίας αφού είχατε σε κάποια στιγμή φυσικά προβλέψει τα πάντα για τους πάντες.
Είστε η νέα version του «διανοούμενου» που υποτίθεται πλέον ότι δεν είναι αποστασιοποιημένος από την εποχή του και τα προβληματά της, αλλά στην ουσία είστε στην στρατόσφαιρα και φυσικά-λυπάμαι που σας το λέω- δεν έχετε καμιά σχέση με τη διανόηση. 
Κοιτάτε αφ’ υψηλού και περιφρονητικά το πόπολο, αγανακτισμένοι με τους αγανακτισμένους ή μάλλον αγανακτισμένοι με τους πάντες, στενάζοντας κάτω από την αβάσταχτη ελαφρότητα του να είσαι Έλληνας, σχεδιάζοντας-απειλώντας (ποιους άραγε;) μεταναστεύσεις που μάλλον δεν θα πραγματοποιήσετε ποτέ, γιατί όλο και τη βολεύετε κάπως εδώ
Ανταλλάσσετε μεταξύ σας πικρόχολα και ειρωνικά σχόλια οικτίροντας τους ηλίθιους που δεν καταλαβαίνουν, αγνοώντας ότι  και εσείς με την εμετικά ελιτίστικη συμπεριφορά σας έχετε μερίδιο στην διαιώνιση της ηλιθιότητας τους.
Αλήθεια πως αντέχετε να έχετε δίκιο για τα πάντα;
Για εσάς όλα είναι ίδια και όλα τα αντικείμενα έχουν το ίδιο ειδικό βάρος αρκεί να περνάνε μέσα από το κόσκινό σας.
Προσπαθείτε να τηρήσετε ίσες αποστάσεις από τους πάντες επικαλούμενοι την λογική και την γνώση σας χωρίς όμως στην ουσία να είστε καλύτεροι από τους «νοικοκυραίους» που «κοιτάνε την δουλειά τους» και τόσο περιφρονείτε.
Δεν μπαίνουν όλα τα πράγματα στο ίδιο τσουβάλι αλλά για σας μπαίνουν και βολεύονται και μια χαρά.
Για εσάς όλος ο Β’ΠΠ είναι το σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ και η απόβαση στη Νορμανδία έτσι όπως την μάθατε από τον Private Ryan.
Σκίζεστε υπέρ των Εβραίων και των μειονοτήτων αλλά χαριεντίζεστε με αυτούς που έχτισαν τα Άουσβιτς ή έκλεισαν τα μάτια στην κάπνα των φούρνων τους ενώ οι παππούδες σας απαλλοτρίωναν τις περιουσίες τους που έμεναν πίσω.
Αγκαλιάσατε πρόθυμα τις κληρονομιές των Γκέλεν και Σέλενμπεργκ ξεχνώντας πολύ βολικά ποιους ακριβώς φακέλωναν και κρεμούσαν με χορδές πιάνου πριν το 1945. 
Σας δυσκόλεψε λίγο ο Irving, που θαυμάζατε, γιατί μέσα στην πολιτικά ορθή μεγαθυμία σας αργήσατε να καταλάβετε ότι ήταν λίγο άκομψος φασίστας και σας χαλούσε την σούπα και τώρα άντε να τον μαζέψεις. 
Δικαιολογείτε την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και με μια αντιθετοαντιστροφή χαρήκατε (λίγο, κρυφά) για τους δίδυμους πύργους αλλά αυτό δεν σας εμπόδισε και να χαζεύετε σήμερα live τα drones και τις βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου που ρίχνουν οι Αμερικανοί Gamers.
Είναι όλοι ίδιοι  για σας εξάλλου. 
Και οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και οι δωσίλογοι. 
Και αυτοί που έμειναν εδώ και ψόφησαν από την πείνα το 41 και αυτοί που το έπαιζαν κυβέρνηση αγκαλιά με τη βασιλική οικογένεια στο Κάιρο.
Και αυτοί που ξεδιαλέγονταν στα μπλόκα και αυτοί που τους έδειχναν.
Και ο Πλαστήρας και ο Παπάγος.
Και ο Λαμπράκης και ο Γκοτζαμάνης. 
Και οι κυβερνήτες και οι κυβερνώντες.
Και τα λαμόγια και οι ταλαίπωροι.
Όλοι αυτοί εξομοιώθηκαν μαζικά από τον χονδροειδώς αναιδέστατο «μαζί τα φάγαμε» που ανακηρύξατε σε γκουρού σας αυτομάτως, αγνοώντας παραδόξως το γεγονός πως παραδεχόμενος δημοσίως πως  τα «έφαγε» θα έπρεπε αυτομάτως και να λογοδοτήσει στην δικαιοσύνη.
Αγνοήσατε πως υπήρξαν και πάρα πολλοί που δεν έφαγαν τίποτα, αλλά αυτοί δεν χωρούσαν στην μυθοπλασία σας.
Σας βόλεψε πολύ η διάχυτη και ασαφής συλλογική ευθύνη για να κρυφτούν οι υπαίτιοι πίσω της, αλλά κυρίως για να διατηρήσετε την  «ex cathedra» ανωτερότητά σας.
Κρυφτήκατε πίσω από τον φερετζέ των μνημονίων -που έλεγαν τα αυτονόητα- για να δικαιολογήσετε για ακόμα μια φορά την επιβολή του δικαίου του ισχυρότερου και να απολαύσετε με χαιρεκακία τα δεινά που επιτέλους μας βρίσκουν γιατί δεν αξίζει να λεγόμαστε Ευρωπαίοι.
Αγνοήσατε πως σε όλα υπάρχει και μια ανθρώπινη διάσταση αφού η προσέγγισή σας είναι καθαρά μηχανιστική και είστε υπέρ των κοινωνικών αυτοματισμών.
Μιλάτε για περικοπές στην παιδεία και για δεξιότητες και για το πως η «τεχνική εκπαίδευση» στην Ελλάδα έχει παραμεληθεί, αλλά αυτό που εννοείτε είναι πως θέλετε τα παιδιά των φτωχών να είναι οι υδραυλικοί σας, (αφού με τι λεφτά θα σπουδάσουν και στο κάτω κάτω όλοι επιστήμονες θα γίνουν;) ενώ τα δικά σας παιδιά τα μελλοντικά καλοσπουδαγμένα στελέχη και οι επιστήμονες. Το ότι όλα αυτά έρχονται σε αντιπαράθεση με τα όσα ξύλινα λέτε για την παιδεία διόλου δεν σας απασχολεί.
Κάνετε τους αγνωστικιστές αλλά πιστεύετε στην θεολογία του χρήματος και της αγοράς.
Δεν θέλετε καθόλου κράτος, αλλά -λέτε πως- θέλετε τον απόλυτο έλεγχο (από ποιους και έναντι σε ποιους 😉 αγνοώντας την θεμελιώδη αντίφαση.
Κάνετε άτοπες συγκρίσεις της Ελλάδας με άλλες χώρες που μοιραία αποβαίνουν σε βάρος της αφού μιλάμε για «μήλα με μπανάνες» για να αισθάνεστε δικαιωμένοι για την αιώνια μουρμούρα σας.
Είστε με την βιώσιμη ανάπτυξη αλλά η έννοια της περιβαλλοντικής επίπτωσης για σας έχει μόνο χρηματικό βάρος.
Θέλετε επενδύσεις και έργα αλλά μακριά από εσάς.
Βρίζετε τους δημάρχους που τα έκαναν μαντάρα με τη διαχείριση των απορριμμάτων και είστε έτοιμοι να καλωσορίσετε την μαφία, που θα τα κάνει όλα λαμπίκο.
Ξέρετε ποιο είναι το ωραίο και βολικό με εσάς ;
Το ότι θα μπορούσατε να ανήκετε σε οποιονδήποτε πολιτικό χώρο χωρίς να αισθάνεστε κανένα απολύτως πρόβλημα.



Advertisements

Posted: Δεκέμβριος 27, 2011 in ΕΛΛΗΝΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Άλλο η θρησκεία και άλλο (στους αντίποδες) το εκκλησιαστικό γεγονός. H θρησκεία δεν μεταγγίζει «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Yπηρετεί την ατομική ψυχολογία, το ένστικτο αυτοπροστασίας. Aν είναι οργανωμένη, συλλογική η θρησκευτικότητα, ενδέχεται και να παράγει αρρώστια, απανθρωπία – εφιάλτες όπως οι σέκτες πουριτανών, πιετιστών, «γνησίων ορθοδόξων»: πολυώνυμες εξαμβλωματικές μονοτροπίες στο κοινωνικό περιθώριο.
Για τη θρησκευτική προοπτική τα Xριστούγεννα είναι αφορμή ευφραντικών του ατόμου ψυχολογικών καταστάσεων και ηθικοδιδακτικής ωφελιμότητας: Συναισθηματικός διάκοσμος, παιδαριώδη ασμάτια, ευχές, δώρα, γευστικές ηδονές, όλα κουρασμένα από τον φόρτο της συνήθειας. H θρησκεία δεν κομίζει απαντήσεις για «νόημα» της ζωής και του θανάτου. Mηρυκάζει τα στερεότυπα a priori:
O Θεός έγινε άνθρωπος, έτσι, με αυτονόητη μυθική παντοδυναμία – όπως ο Δίας έγινε ταύρος για να βατέψει την Eυρώπη ή όπως γέννησε την Aθηνά από το κεφάλι του. Για τους «ιερείς» και «αρχιερείς» της θρησκείας, σκοπός της «θαυματουργικής» ενανθρώπησης του Θεού ήταν η χρησιμοθηρία της διδαχής: Nα μας προσφέρει ηθικό υπόδειγμα, να μας διδάξει το «αγαπάτε αλλήλους», πληρέστερες κανονιστικές διατάξεις. Στις οποίες αν πειθαρχήσει το άτομο θωρακίζεται με σιγουριά για αιώνια επιβίωση του εγώ, ατέλειωτη σε γραμμικό χρόνο εξασφάλιση ναρκισσιστικής δικαίωσης.
Γι’ αυτό η θρησκεία δεν γεννάει ποτέ πολιτισμό. Πολιτισμό γεννάει η αναζήτηση «νοήματος», αιτίας και σκοπού, της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Aναζήτηση όχι μερικευμένα νοητική αλλά καθολικά εμπειρική – να στοχεύει στη σχέση, στην αμεσότητα της ψηλάφησης, στη δυναμική της πληρότητας που ποτέ δεν πληρούται:
«Tούτό εστιν αληθώς το ευρείν τον Θεόν, το αεί αυτόν ζητείν, το ουδέπω της επιθυμίας κόρον ευρείν». H ορμέμφυτη ψυχολογική θρησκευτικότητα θέλει αλάθητα δόγματα, πατερναλιστικές αυθεντίες, νομική πρόβλεψη για κάθε ενέργημα. H μεταφυσική δίψα ζητάει τη μέθη της γνώσης που χαρίζεται μόνο στη σχέση μόνο με την ελευθερία από το εγώ, στο πανηγύρι του έρωτα.
H γεύση της πληρότητας επαληθεύεται ως πρόγευση, όχι ως ιδιοκτησία. H πρόγευση αναρριπίζει τον πόθο και ο πόθος γίνεται γλώσσα. Γλώσσα αμεσότητας της σχέσης, δηλαδή γλώσσα του μουσουργού, του ζωγράφου, του ποιητή, του αρχιτέκτονα, του γλύπτη, γλώσσα ποιητική θεσμών, οργάνωσης του βίου από ταλαντούχο ηγέτη – ποτέ, μα ποτέ γλώσσα ιδεολογίας, λόγος εξουσίας, κήρυγμα χρηστικής ωφελιμότητας.
H εμπειρία της πρόγευσης, όταν γίνεται γλώσσα, είναι μαρτυρία κλητική σε συν-μετοχή, σε συνάθληση. Oι αρχαιοελληνικές ψηλαφήσεις μαρτυρούν την ταύτιση του πραγματικά (αχρόνως και αφθόρως) υπαρκτού με τη λογικότητα της αρμονίας των σχέσεων που συγκροτούν τη συμπαντική κοσμιότητα – τον «ξυνόν (κοινό) λόγον». Kαι την ψηλάφηση επαλήθευε η κοινωνία της εμπειρίας: η έμπρακτη μετοχή στο προτεινόμενο «νόημα». Mετοχή στο άθλημα της «πόλεως», στην «εκκλησία του δήμου». Mέθεξη στην αποκαλυπτική δραματουργία της τραγωδίας, στην αγαλλίαση που γεννάει το «άγαλμα», πρόκληση θεωρίας – θέας του αθάνατου λόγου της «ουσίας».
Aνάλογη και η χριστιανική ψηλάφηση: Tαύτισε το πραγματικά υπαρκτό όχι πια με τη συμπαντική λογικότητα σαν ανερμήνευτη αναγκαιότητα, σαν ειμαρμένη, αλλά με τον λόγο μιας προσωπικής ετερότητας αποτυπωμένης στον κόσμο, όπως αποτυπώνεται ο λόγος του δημιουργού στο δημιούργημα. Aιτία της ύπαρξης όχι η απρόσωπη λογική ανάγκη, αλλά η ακραιφνέστερη ελευθερία αυτή της αγάπης. H ελευθερία του Δημιουργού ψηλαφείται στην ενανθρώπησή του: Eλεύθερος από κάθε λογικά αναγκαίο προκαθορισμό της ύπαρξής του, ελεύθερος ο Θεός και από τη θεότητά του, γίνεται άνθρωπος, βρέφος σπαργανωμένο σε φάτνη αλόγων.
O βίος του, διαδοχή «σημείων» υπαρκτικής ελευθερίας από τη νομοτέλεια που δυναστεύει την ανθρώπινη φύση μας. Tα «σημεία» μαρτυρούν τον τρόπο της ελευθερίας: την «κένωση» από την ιδιοτέλεια, τη ζωή ως έρωτα μανικόν, ως αμετρία αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς. Kαι αυτόν τον τρόπο ευαγγελίζεται η Eκκλησία. Oχι ως ιδεολόγημα για ατομική θρησκευτική κατανάλωση, αλλά ως κλήση για μετοχή στο προτεινόμενο «νόημα»: Mετοχή στο άθλημα της «καινής πόλεως» της «εκκλησίας», στο σώμα που κοινωνεί την τροφή, τη ζωή και την ύπαρξη, στο δείπνο της Eυχαριστίας – αποκαλυπτική δραματουργία. Kοινωνεί ο μέτοχος τη «διάβαση επί το πρωτότυπον» στην πρόκληση της Eικόνας. Kαι η έμπρακτη σχέση, πρόγευση πληρότητας όχι πια μόνο γνωστικής αλλά και υπαρκτικής, γίνεται και πάλι γλώσσα του μουσουργού, του ποιητή, του ζωγράφου, του αρχιτέκτονα, γλώσσα θεσμών οργάνωσης του βίου. «O ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» – ο εμπειρισμός της ψηλαφητής πιστοποίησης, στους αντίποδες των ιδεολογημάτων, είναι ο τρόπος της μαρτυρίας των ποικιλότροπων γλωσσών μετοχής.
Eνας Eλληνισμός ολότελα άσχετος με την ιστορική του σάρκα, άσχετος με τον τρόπο, που ο ίδιος γέννησε, για την εμπειρική επαλήθευση, Eλληνισμός παραιτημένος από τη μεταφυσική αναζήτηση και με θρησκειοποιημένο στους κόλπους του το εκκλησιαστικό γεγονός, τι θέση μπορεί πια να έχει στον διεθνή στίβο, ποιον λόγο υπάρξεως; Kοιτάξτε γύρω μας, πώς γιορτάζει ο Eλλαδισμός τα Xριστούγεννα, πώς μορφάζει πίσω από τα απομεινάρια της εκκλησιαστικής Γιορτής το κενό κάθε νοήματος της ύπαρξης και της συνύπαρξης, κενό αποδιοργανωτικό της ζωής, αποσάθρωσης των σχέσεων κοινωνίας.
H απόσταση που χωρίζει την ελληνικότητα από την εθνικιστική επαρχιωτίλα του Eλλαδισμού, η ίδια χωρίζει και την εκκλησιαστική Γιορτή από τη θρησκειοποίησή της, την παρακμιακή της αλλοτρίωση.
Χρήστος Γιανναράς 

Από το Αντίβαρο 

Αυτό το βακτήριο που βρέθηκε στον πάτο της λίμνης Μόνο στην Καλιφόρνια δεν αναμένεται να κυκλοφορήσει άμεσα σε μασώμενο δισκίο, σε τσίχλα, σε σφηνάκι, σε μυτιά ή σε επίδομα αλληλεγγύης ε;;; Οπότε, την περίπτωση να αυτομολυνθώ στο εγγύς μέλλον λαμβάνοντάς το διά της εύκολης οδού, μάλλον πρέπει να την ξεχάσω.
Η αμέσως επόμενη ρεαλιστική λύση είναι να βρω με την ιδιότητα του πειραματόζωου ένα χορηγό, πρόθυμο να μου καλύψει τα εισιτήρια αλλέ- ρετούρ, προκειμένου να επισκεφτώ την επίμαχη περιοχή και να επιδοθώ σε ακατάσχετα βακτηριόλουτρα μέχρις ότου παπαριάσω απ’ την κορφή ως τα νύχια στα τοξικά νερά και γίνω ένα με τον εξωγήινο μικροοργανισμό. Δε γνωρίζω βέβαια ποια είναι η εφάπαξ συνιστώμενη δόση, αλλά φαντάζομαι ότι στην προκειμένη περίπτωση, το τελευταίο πράγμα από το οποίο μπορεί να κινδυνεύσει κανείς είναι η over dose. Με την έννοια ότι το κακάρωμα δύναται να επέλθει πολύ πριν φτάσει το πράγμα στην υπερβολή. Εγώ όμως έχω γερή κράση.
Κι όταν με το καλό κολλήσω ολομόναχη το Holomonadaceae (έτσι το λένε το βακτήριο), θα ξαπλώσω κάτω από ένα μεταλλαγμένο δέντρο της περιοχής και θα περιμένω υπομονετικά να αναπτύξω τις ιδιότητές του. Για όσους δεν έχουν ενημερωθεί σχετικώς, να αναφέρω επιγραμματικά, ότι το εξωγήινο αυτό μικροσκοπικό σκατουλάκι, έχρισε βιολογικά το αρσενικό, (το γνωστό δηλητήριο), δομικό συστατικό του DNA του, δηλαδή του οργανισμού του. Ξεπέρασε κατ’ αυτό τον τρόπο, με χαρακτηριστική ευκολία, το γεγονός ότι δεν υπήρχε διαθέσιμος φώσφορος, για να κάνει τη δουλειά του. Κάτι ανάλογο τείνουν να καταφέρουν μάλλον και τα μη εξωγήινα είδη αλιείας (τσιπούρες, βακαλάοι, γόπες κλπ) που έχουν πάψει από καιρό να αποτελούν πηγή φωσφόρου και είναι τίγκα στο αρσενικό. Φαίνεται όμως ότι η ΝΑΣΑ δεν ασχολείται με τους κοινούς ψαρομεζέδες… Τέλος πάντων… Εκτός θέματος η παρατήρηση…
Το εξωγήινο βακτήριο λοιπόν, αντί να ψοφήσει απ’ το αρσενικό, στοιχειοθέτησε επ’ αυτού τη ζωή του. Σα να λέμε ότι οι Έλληνες π.χ. αντί να ψοφήσουν από την ανέχεια και τον εξευτελισμό που εισήχθησαν στα τοξικά, κοινωνικά τους ύδατα, μετατράπηκαν σε προφέσιοναλς φτωχούς και ξεφτιλισμένους, συνυφασμένους με τη φτώχια και την ξεφτίλα τους. Νέο είδος. Εξωελληνικό. Και δεν πεθαίνουνε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη. Φυτοζωούν στο βούρκο πίνοντας καφέ βαρύ αρσενικό…
Έτσι ακριβώς με φαντάζομαι και μένα. Αντί να με σκοτώνει το Μνημόνιο, αντί να κακαρώνω μες στα απόβλητα του ΣΕΒ, θα τρέφομαι από δαύτα και θα ψιλοϋπάρχω για τα μάτια των Αμερικανών παρατηρητών. Κι ούτε κατάθλιψη ούτε τίποτα. Αυτά ήτανε χούγια του παλιού DNA…
Μα τον Άγιο Νικόλαο που γιορτάζει σήμερα, δε ζητάω καμιά θεία βοήθεια. Ούτε πρόκειται να κουνήσω τα χέρια μου. Επαφίεμαι ολόψυχα στην εξωγήινη βιολογία. Και δε με νοιάζει αν αύριο μεθαύριο θα με βάλουν στο δοκιμαστικό σωλήνα οι επιχειρηματίες. Χρησιμοποιώντας το δηλητήριό τους για να επιβιώσω, έχω πιθανότητες να τους καταναλώσω. Να τους φάω πριν με φάνε…
Της Τζένης Κ. 
Από το Ποντίκι
—————————————————
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να κολλήσουμε τίποτα .
Είμαστε ήδη αρκετά φορτωμένοι……….

γράφει ο Θεόδωρος Ε. Παντούλας

«Έχω την εντύπωση –εάν εξαιρέσουμε τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.- ότι η τελευταία φορά για την οποία μπορούμε ως Νεοέλληνες να είμαστε υπερήφανοι είναι το έπος του 1940 και η εθνική αντίσταση. Μετά, στο όνομα μιας καθ’ όλα συζητήσιμης κοινωνικής δικαιοσύνης, άρχισε η αδελφοκτονία. Η πατρίδα γλίτωσε βεβαίως από τον υπαρκτό σοσιαλισμό αλλά τα ερείπια της ρημαγμένης χώρας μας παραδίδονταν στους μαυραγορίτες, στους δωσίλογους και στις παρακρατικές οργανώσεις τους. Όχι ότι δεν υπήρχαν άλλοι Έλληνες αλλά αυτό ήταν το πολιτικό προσωπικό της εξ’ Αιγύπτου ορμώμενης εθνικοφροσύνης μας και της υπερατλαντικής εντέλει επιλογής μας….

Η, κατά κύριο λόγο, αγροτική χώρα μας μετεμφυλιακά έπαυε να είναι αγροτική. Η μισή αγροτική Ελλάδα στριμωχνόταν στις παρυφές των αστικών κέντρων κι άλλη μισή ετοίμαζε μπαγκάζια για την Γερμανία και την Αμερική. Οι υπόλοιποι απλώς υπέγραφαν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ή πούντιαζαν στα ξερονήσια του «εθνικού» φρονηματισμού.
Οι ξενιτεμένοι, έχω την υποψία ότι μπορεί να και να σώθηκαν, διασώζοντας μιαν άλλη Ελλάδα. Όσοι έμειναν –ξενιτεμένοι στον ίδιο τους τον τόπο και παρά την κυρίαρχη ρητορεία που ακαμάτως τους θύμιζε από ραδιοφώνου ότι είναι 3000 χρόνων γέροι- δεν μπορούσαν να σώσουν την Ελλάδα. Γι’ αυτό και αφέθηκαν στην made in Greece «αντιπαροχή», που –όπως θα έλεγε ο μαΐστορας Φώτης Κόντογλου- σφεντόνισε τον λαό μας από την στρούγκα στην πολυκατοικία. Δίναμε αντιπαροχή τα γονικά μας κι αναπαύαμε την μικρομεσαία λαχτάρα μας για κοινωνική άνοδο σε νεόδμητα λίβινγκ ρουμ. Θέλω να θυμίσω ότι το πέρασμα από την παλιομοδίτικη αρχοντιά του «τι ψυχή θα παραδώσω» -αυτή ήταν η παράδοση του παλιού τόπου μας- στον μεταμοντέρνο νεοπλουτισμό του «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας» -αυτή είναι η παράδοση του καινού τρόπου μας- ήταν και γρήγορο και εύκολο και μαζικό. Και κοντά στο έγκλημα της αντιπαροχής –έγκλημα πολεοδομικό αλλά και ιστορικό- ερχόταν και το έγκλημα της τουριστικής «ανάπτυξης». Προκειμένου να κόψουμε λίγα εισιτήριο παραπάνω αρνηθήκαμε τον ίδιο μας τον εαυτό, παριστάνοντας κάποιον άλλον. Το αποτέλεσμα; Πλημμυρίσαμε στο τζατζίκι και γεμίσαμε ιμιτασιόν Ζορμπάδες.
Αυτό ήταν για δεκαετίες το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Αντιπαροχή και τσιμέντωμα. Κι αυτό το πρότυπο η επταετία των Συνταγματαρχών το έκανε εθνικό ιδεώδες. Ο πολιτικός κόσμος μας έκανε αυτό που από πάντοτε ήξερε με επιδεξιότητα να κάνει σε ανάλογες περιπτώσεις: την κοπάνησε κι επιδόθηκε στον ανά την υφήλιο επιδοτούμενο τουρισμό.
Κι εδώ έμεινε ένας λαός προσφύγων, ένας λαός στερημένος και των βωμών και των εστιών του που αμαχητί είχε παραδοθεί στον απορφανισμό του. Ο Παττακός έκοβε βόλτες μ’ ένα μυστρί κι εμείς χορεύαμε τσάμικα το πρωί και σέικ το βράδυ.
Όσοι βεβαίως δεν αναπαύονται στις επετειακές πομφόλυγες γνωρίζουν ότι η πτώση της Χούντας δεν υπήρξε έργο καμιάς καθολικής λαϊκής αντίστασης. Ο Παναγούλης ήταν η εξαίρεση. Κανόνας ήταν οι «νοικοκυραίοι» που κοίταζαν να κάνουν την δουλειά τους. Να βάλουν φως, να βάλουν νερό, να βάλουν τηλέφωνο, να βάλουν και τον γιο τους στο άσυλο του Δημοσίου. Η πτώση της Χούντας ήταν αποτέλεσμα άλλων συγκυριών και συνοδεύθηκε από μια διαρκή εθνική καταστροφή: την τουρκική κατοχή της Κύπρου μας –που για την κυρίαρχη μεταπολιτευτική αρπαχτή ήταν -και είναι- «μακριά».
Ο «εθνάρχης» είχε έρθει από το Παρίσι να κυβερνήσει τους ιθαγενείς κουβαλώντας μαζί του όλο τον παλαιοκομματικό συρφετό. Επιπλέον οι ηττημένοι του 1949 έμπαιναν και πάλι στο παιχνίδι –αυτή την φορά όμως όχι ως διεκδικητές της εξουσίας αλλά ως κολαούζοι της.
Με αυτές λοιπόν τις αποσκευές μας δεξιώθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δικαιώνοντας όλο τον αρχοντοχωριάτικο και χρόνιο κομπασμό μας. Ήμασταν η κοιτίδα της Ευρώπης αλλά καθόλου Ευρωπαίοι. Αλλά αυτό το τελευταίο είχε ελάχιστη σημασία μέσα στην σχεδόν πάνδημη χαρά. Σημασία είχε ότι η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης ξέπλενε το αμαρτωλό της παρελθόν κι επέστρεφε στην αθωότητα μιας χώρας με ευρωπαϊκά εύσημα.
Η αυτοαθωωμένη όμως Ελλάδα διψούσε και για σοσιαλισμό. Κι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πολλά αποθέματα σοσιαλιστικής ατάκας για να την ξεδιψάσει. Ήξερε δε πολύ καλά να κλείνει το μάτι σε όσους λιγουρεύονταν την εξουσία. «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Στις 18 του Οκτώβρη του 1981 ο λαός -επιτέλους- ερχόταν στην εξουσία και το πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα στην κυβέρνηση. Θυμίζω στους νεώτερους ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ λειτούργησε περίφημα ως ταξιθέτης στο γιουρούσι που έκανε ο λαός μας στην δημόσια διοίκηση. Ο αγώνας τώρα διορίζεται. Τέρμα οι ρετσίνες. Άρχισαν τα μακροβούτια στα σπέσιαλ «ουίσκια». Η ελληνική εκδοχή του σοσιαλισμού υπήρξε εξόχως γενναιόδωρη. «Ένα δωράκι στον εαυτό του» εδικαιούτο να κάνει ο κάθε κρατικός λειτουργός. Το ύψος της αξίας αυτών των δώρων ήταν που με σπουδή εσυζητείτο αν και ο τότε πρωθυπουργός υποστήριζε ότι ο πήχυς δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 500.000.000 παλιές καλές δραχμούλες. Οι συνεργάτες του όμως έκαναν πρωταθλητισμό. Και χιλιάδες κομματικοί κλακαδόροι, που δεν τους γνώριζε ούτε ο θυρωρός τους, βρέθηκαν μ’ ένα πούρο στο ένα χέρι και με τα τιμημένα λάβαρα του εγχώριου σοσιαλισμού στο άλλο. Ήταν η εποχή που μεταπολιτευτική μας δημοκρατία κραταιωνόταν διακινώντας δεξιά κι αριστερά «πάμπερς».

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.

Τόση αλήθεια όμως δεν την άντεξε ούτε ο Διονύσης Σαββόπουλος που κατά τα λοιπά την στιχούργησε!
Ήταν ζήτημα χρόνου η πρώτη ηχηρή διάψευση, η οποία και δεν άργησε καθόλου αλλά ήρθε από εκεί που κανείς δεν την περίμενε. Την πτώση του τείχους ακολουθούσε μια γεωπολιτική αμηχανία και η χώρα κατακλύσθηκε από τους απόκληρους του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και τους κληρωτούς της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης. Από εργαζόμενοι γίναμε εν μια νυχτί εργοδότες. Η χώρα γέμισε με αυθαίρετα εξοχικά που οικοδομούσαν οικονομικοί μετανάστες, επιβεβαιώνοντας την επίπλαστη προκοπή μας. Οι «σύμμαχοι» είχαν άλλες σκοτούρες.
Η «οικουμενική» και ό,τι την ακολούθησε ήταν ένα διάλειμμα που πιστοποίησε ότι οι εκδρομείς του ’60, της μεταπολίτευσης η βλαμμένη γενιά, η γενιά του νέου εγωισμού είχε ήδη αντικαταστήσει τα οράματα της νεότητάς της μ’ ένα όραμα ευζωίας και κονόμας.
Ένας πρώην πράκτορας έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος της χώρας. Και μαζί του έγινε κοινό μυστικό ότι κουμάντο έκαναν διάφοροι μεγαλοεπιχειρηματίες που μας προέκυψαν από το πουθενά και ο πολιτικός κόσμος τους έκανε τα θελήματα. Ο χώρος της ενημέρωσης άρχισε να ελέγχεται από τους εργολάβους του δημοσίου. Κι όλοι μαζί –μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοδημοσιογράφοι και πολιτικοί- πέταγαν ξεροκόμματα στο πόπολο.
Η διαφθορά, με όλη την μεταπολιτευτική εκγύμναση, πλέον είχε γίνει κοινωνική κατάκτηση. Κι οι Πανέλληνες βαρυστομάχιαζαν μπουκώνοντας ευρωπαϊκά πακέτα, επιδοτήσεις κι αργομισθίες.

Η Ελλάδα κοιταζόταν στον καθρέφτη κι έφτυνε τον εαυτό της να μην τον βασκάνει. Τι κι αν το κρατίδιο των Σκοπίων μας έβγαζε την γλώσσα; Τι κι αν ο αέρας έπαιρνε την σημαία μας, τι κι αν καιγόμαστε τα καλοκαίρια και πλημμυρίζουμε τις βροχές, τι;… Εμείς ήμασταν οι ισχυροί των Βαλκανίων. Και μπορεί η ισχυρή χώρα μας να μην παράγει τίποτε, αλλά οι Έλληνες –ως γνωστόν- αεί παίδες. Κι ως παίδες διαπρέπαμε στο παιχνίδι. Ένας ολόκληρος λαός αγόραζε και πουλούσε αέρα στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο «εκσυγχρονισμός» μας όμως σκόνταψε σε παχύδερμους επενδυτές που έχασαν αίφνης τα κλοπιμαία τους.
Την ώρα που βούλιαζε το «Σάμινα» εμείς πατάγαμε την μπανανόφλουδα της Ολυμπιάδας που έγινε η νέα μεγάλη ιδέα μας. Όταν τέλειωσε το πλούσιο πάρτι συγχαρήκαμε από καρδιάς τους εαυτούς μας και διαπιστώσαμε έντρομοι ότι είχαμε πλούσιους εργολάβους αλλά τριτοκοσμικές υποδομές.
Χρειαζόταν επανίδρυση το κράτος αλλά αυτός που την ευαγγελίστηκε προτίμησε τα νταηλίκια στα σουβλατζίδικα, παρά την πραγμάτωσή της. Στα τρωκτικά του «εκσυγχρονισμού» προστέθηκαν οι κουμπάροι της «επανίδρυσης». Ήταν και τα σόγια μεγάλα και το καράβι άρχισε να μπάζει από παντού.
Και φθάσαμε σήμερα ένας κοινός πολιτικός απατεώνας ή ένας μειωμένης αντίληψης άνθρωπος να γίνει πρωθυπουργός της χώρας υποσχόμενος ότι «λεφτά υπάρχουν». Το πόσο γρήγορα διέψευσε τον εαυτό του υποθέτω ότι όλοι το γνωρίζουμε. Μετά από μια διεθνή επαιτεία, όπου με κάθε τρόπο διαφημίστηκε η αναξιοπιστία μας στην οικουμένη, φτάσαμε στον καρνάβαλο του Καστελόριζου, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.
Αλλά η κρίση είχε και κάτι θετικό: ανέδειξε όλες τις παθογένειες που κρύβαμε κάτω από το μεταπολιτευτικό μας χαλί και χάλι. Κολοβή «δημοκρατία», πελατειακό παρακράτος, υδροκέφαλο δημόσιο τομέα, κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, έλλειψη κοινωνικής συνοχής, σχεδιασμού, αξιών και οραμάτων για το μέλλον του τόπου.
Κι αντί –έστω και τώρα, στο και 5’ – να κάνουμε μια ειλικρινή κουβέντα, εμείς στρουθοκαμηλίζουμε. Και κοιτάμε να περισώσουμε ό,τι μπορούμε για τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό και δεν μας ενοχλούν οι μεσήλικες συνταξιούχοι της Ολυμπιακής, αρκεί να είναι στην οικογένειά μας.
Αλλά θα μου πείτε –και δίκιο θα έχετε- ποιοι να την κάνουν αυτοί την κουβέντα; Αυτοί που δημιούργησαν την κρίση κι αφού αμνήστευσαν τους εαυτούς τους βγάζουν δεκάρικους για την σωτηρία της πατρίδας; Και ποιοι να τους ακροαστούν; Μια κοινωνία που διαδηλώνει «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» όταν αυτή η ίδια σταβλιζόταν για όλη την μεταπολίτευση στα κομματικά παραμάγαζα;
Το πρόβλημα της χώρας πριν από οικονομικό είναι πολιτικό. Και δεν έχουμε μόνο έλλειμμα πολιτικής αλλά και έλλειμμα πολιτών.
Κι αν αυτή η κοινωνία –η συστηματικά εκπαιδευμένη στην ιδιώτευση- δεν διεκδικήσει και πάλι την αξιοπρέπειά της τίποτε δεν θα αλλάξει. Θα είμαστε και του χρόνου εδώ κουβεντιάζοντας και σιχτιρίζοντας τους ίδιους και τα ίδια. Θα μου πείτε ότι είναι τουλάχιστον παρήγορο ότι απαξιώνεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Και θα συμφωνήσω μαζί σας μόνο που υπάρχει ο κίνδυνος μαζί με τ’ απόνερα να πετάξουμε και το μωρό. Κι εν προκειμένω το μωρό είναι η ίδια η πολιτική. Η δυνατότητα, δηλαδή, να ορίσουμε και να σχεδιάσουμε τις ζωές μας. Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω «ότι οι κακοί πολιτικοί εκλέγονται από τους καλούς ανθρώπους που δεν πάνε να ψηφίσουν» (George Jean Nathan).»

Από το Μανιφέστο


Το ακόλουθο κείμενο-διαμαρτυρία, γράφτηκε το 1920, από τον βιοπαλαιστή και αναρχικό της εποχής, Σταύρο Κουχτσόγλου και δημοσιεύτηκε στην επαναστατική συνδικαλιστική εφημερίδα «Άμυνα» του Ηρ. Αποστολίδη, με αφορμή τις εκλογές εκείνου του έτους.

Παρ’ ότι έκτοτε παρήλθε σχεδόν ένας αιώνας, εάν κάποιος αλλάξει τα ονόματα των πολιτικών και των παρατάξεων, θα μπορούσε κάλλιστα αυτό κείμενο, με τον αυθεντικό και χειμαρρώδη λόγο, να εκφράσει σε μεγάλο βαθμό την γνώμη που έχουν οι Έλληνες πολίτες σήμερα για την πολιτική ζωή του τόπου και τα «αισθήματα» που τρέφουν για τους «υπηρέτες της εξουσίας» – ειδικά των τελευταίων δεκαετιών.

Κάποια πράγματα, όπως φαίνεται, στην Ελλάδα δεν αλλάζουν ποτέ…

Πάσα ομοιότητα με σημερινά πρόσωπα και πράγματα είναι τυχαία

———————————————————————————————–

Παρήλθεν ήδη αιώνας αφ’ ότου οι αστοί εφεύρων το μέσον της ψήφου, δια να καταπνίγουν διʼ αυτού τους πόθους του λαού, και να τον κρατούν στην αθλιότητα, τούτου, επί τόσα έτη να κάμουν να πιστέψη ότι αυτός –ο πεινασμένος, ο κουρελιάρης, ο άθλιος– είνε ο Κυρίαρχος, αυτοί δε οι υπηρέται του. Και επί 120 έτη τώρα πίστευα κʼ εγώ ο εργάτης –βιομήχανος ή αγρότης– το ψεύδος των αυτό ως αλήθειαν την κοροϊδίαν τους αυτήν ως σοβαρότητα. Και ετυραννήθην παντοιοτρόπως, και εβασανίσθην επί γενεάς γενεών δια να φέρω «τους καλυτέρους» εις τα πράγματα, όπως με υπηρετήσουν, και οι εκλεκτοί μου αυτοί υπηρέται, ερχόμενοι στα πράγματα, πρώτον μέλημα είχαν πάντοτε πως να με βυθίσουν περισσότερον μέσα στο βούρκο της αθλιότητος, απολαμβάνοντες εκ της δυστυχίας μου και ζώντες εκ του θανάτου μου.

Αρκεί πλέον ως εδώ. Παύω πλέον του να έχω τον τίτλον του Κυριάρχου με υπηρέτας. Δεν θέλω κανενός την υπηρεσίαν, διότι απεφάσισα να υπηρετήσω ο ίδιος τον εαυτόν μου. Δι’ αυτό αποφασίζω και λέγω.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι ενόησα πλέον ότι όλοι –Μοναρχικοί, Συνταγματικοί, Δημοκράται, Σοσιαλισταί κ.λπ.– είνε ψεύτες, και ότι όλοι αυτοί, θέλοντες να εργασθούν, προσφέρονται προθύμως να με υπηρετήσουν δήθεν, πράγματι δε να απολαύσουν αυτοί εκ των στερήσεών μου και να ζήσουν ευτυχείς αυτοί καθʼ όλην των την ζωήν εις βάρος μου, αναγκάζοντες εμένα να εργάζομαι διά να διατάσσουν αυτοί και να καρπούνται αυτοί.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι δεν θέλω πλέον να εκλέγω με τα χέρια μου τους τυράννους μου, επικυρώνων ούτω κάθε τετραετίαν δια της εφευρέσεώς των –της ψήφου– το επαχθές αυτό κοινωνικόν Συμβόλαιον, το οποίον με συγκρατεί μέσα στην απόγνωσιν, στον μαρασμόν και στον θάνατον.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι δεν θέλω πλέον να τρέχω κάθε 4ετίαν, σα σκύλος να εκλέξω δια της κάλπης, εγώ ο ίδιος τους τυράννους που θα λάβουν ενεργόν μέρος εις την λειτουργίαν του συστήματος αυτού, δια να κατασυντρίψουν τους αδυνάτους εάν ζητήσουν λίγο ψωμί στην πείνα τους, πληρώνων, εγώ, αυτούς διά το αποτρόπαιόν των έργον με χρήμα, με προνόμοια, με τιμάς.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι έπαυσα να περιμένω πλέον την σωτηρίαν μου από το θαύμα της ψήφου μου. Πέρασε η εποχή των θαυμάτων, των μάγων, των αγίων, των πνευματιστών, της ψήφου. Σπάζω το κομβολόγιον αυτό των θαυμάτων και αναλαμβάνω την πρωτοβουλίαν μου, οργανούμενος οικονομικώς και μακράν από την πολιτικήν σαπίλαν των επιτηδείων, ως ενοήσας πλέον ότι η χειραφέτησίς μου θα συντελεσθή τότε μόνον και θα επιδοθώ ο ίδιος πλέον –δια της οργανώσεώς μου– εις την αποκατάστασιν της θέσεώς μου.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι θέλω την εξαφάνισιν πλέον του αισχρού τούτου εμπορίου όπου, οι άνθρωποι αναγκάζονται να πουλούν τα χέρια τους, την ικανότητά τους, τας γνώσεις των, τα κρέατά τους, τας θυγατέρας των, τους υιούς των, τας οικογενείας των, τας φιλίας των, και να τους εκμεταλλεύωνται οι τραπεζίται, οι έμποροι, οι βιομήχανοι, οι μεσίται, η θρησκεία, η γραφειοκρατία, το κράτος, και να εκμεταλλεύεται ο ιατρός τον άρρωστο, ο παπάς τον πεθαμμένο και να τρέχουν όλοι σα στραβοί στον κατήφορο του εξευτελισμού των, προσέχοντες μόνον στο χρήμα, στην φιλοδοξία και στην απόλαυσι του κτηνώδους των εγωισμού.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι θέλω την εξαφάνισιν πλέον αυτού του αγοράζοντος και πωλούντος την χαμοζωήν του, συρφετού που απαρτίζει την σημερινήν Κοινωνίαν, και την αναδημιουργίαν μίας νέας και ελευθέρας κοινωνίας δια των οργανώσεών μου, εντός των οποίων και μόνον το άτομον θα εύρη πλήρη την ελευθερία και την αξιοπρέπειάν του.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι εκατάλαβα πλέον ότι αυτοί που παίρνουν μια ετικέττα Ελευθεροφρόνων, Φιλελευθέρων, Σοσιαλιστών κ.λπ. και κολλούν σαν ψείρες απάνου στην ψώρα μου με την υπόσχεσιν ότι θα την θεραπεύσουν, δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να αυξάνουν την φαγούρα της, ανοίγοντες βαθύτερα τις πληγές της, να με κρατούν σε μια ελεεινοτάτη κατάστασι από την οποίαν δεν θα απαλλαχθώ παρά μόνον την ημέραν που θα τις πετάξω για πάντα από πάνω μου και θα περιορισθώ προς θαραπείαν μου εις το σανατόριον της οργανώσεώς μου.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι είδα πλέον ότι διʼ αυτού του μέσου διέρχομαι όλην μου την ζωήν στον πισινό του βωδιού μου οργώνοντας την γη, με ένα τίτλο Κυριάρχου, ενώ αυτοί που με παρουσιάζονται ως Εθνικόφρονες, Φιλελεύθεροι, Σοσιαλισταί κ.λπ. Δια να με υπηρετήσουν δήθεν, απολαμβάνουν όλας τας φυσικάς καλλονάς, ακούουν μουσική αυτοί, την στιγμήν που εγώ ακούω… του βωδιού μου, λούζονται με μυρωδικά αυτοί, την στιγμήν που καθαρίζω εγώ κοπριές, κραιπαλούν αυτοί, την στιγμήν που εγώ μισοπεθαμμένος, βρέχω το ξεροκόμματό μου για να το φάγω.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι ξύπνησα πλέον απʼ τον λήθαργον στον οποίον μʼ εβύθισαν όλοι αυτοί οι τσαρλατάνοι και είδα ότι η φύσις επροίκισε και εμένα όπως κιʼ αυτούς με μυαλό για να το αναπτύξω όσο μπορώ με μάτια δια να βλέπω ό,τι ωραίο μʼ αρέσει με αυτιά δια να ακούω όσους ήχους με ευχαριστούν με όσφρησιν δια να μυρίζω ό,τι ευωδιά προτιμώ με γεύσι δια να δοκιμάζω ό,τι ουσία με γουστάρει με δόντια, στόμαχον δια να μασώ και να στέλνω στον στόμαχόν μου όσην ανάγκην έχει τροφής με πόδια δια να τα διευθύνω και να περπατώ όσο θέλω και με χέρια δια να εργάζωμαι σύμφωνα με την ανάγκην που θα μου παρουσιάζεται προς ικανοποίησιν των ανωτέρω ορέξεών μου.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι όλα αυτά τα όργανα με τα οποία με επροίκισε η φύσις, δια του μέσου αυτού της ψήφου, μου τα καθυπέταξαν οι κατεργαρέοι, και καμμιά κίνησις πλέον δεν μου μένει ελευθέρα. Όλαι μου οι ανάγκαι των ματιών μου, του μυαλού μου, των αυτιών μου, της μύτης μου, των δοντιών μου, του στομάχου μου, των ποδιών μου και των χεριών μου, εξαρτώνται από το «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των Εθνικοφρόνων, των Φιλελευθέρων, των Σοσιαλιστών και λοιπών βαγαπόντηδων, οι οποίοι προσφέρονται ως υπηρέται δήθεν εμού του Κυριάρχου και με κοροϊδεύουν.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι είνε επάναγκες πλέον να βάλω διά των οργανώσεών μου κάθε κατεργάρη στη θέσι του καταργώ το «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν» είτε από τον Γούναρην προσφέρεται, είτε από τον Βενιζέλον, είτε από τον Μπριάν, είτε από τον Λένιν. Να «αποφασίζετε και να διατάσσετε» τα τομάρια σας μόνον του λοιπού, διότι ο φυσικός και αληθής νόμος αυτό λέγειΧ κάθε άτομον «να αποφασίζη και να διατάσση» τον εαυτόν του μόνον σύμφωνα με τας ανάγκας του, καθώς και κάθε οργάνωσις σύμφωνα με τας ανάγκας των μελών αυτής.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι η ιστορία με εδίδαξε ότι η Πειθαρχία και η Υπακοή εις το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των άλλων, εμπερικλείουν μέσα των όλην την κακομοιριά μου, την στέρισιν και τον θάνατον όχι μόνον τον ειδικόν μου αλλά και της συζύγου μου και των τέκνων μου, κʼ εκείνων που γεννήθηκαν κʼ εκείνων που θα έχουν το ατύχημα να γεννηθούν, κατερημώνουσαι ούτω ολοκλήρους οικογενείας και ολόκληρα έθνη, προς απόλαυσιν μερικών φιλοδόξων ανοήτων, βαρβάρων αρχομανών, κτηνανθρώπων.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι αντελήφθην καλώς πλέον ότι ένας φυσικός νόμος υπάρχει το Πειθαρχείν και Υπακούειν προς ικανοποίησιν των αναγκών του οργανισμού μου, αι οποίαι ανάγκαι θα γίνουν βεβαίως αισθηταί και από τα λοιπά μέλη της οργανώσεώς μου και θα εκπληρωθούν διʼ αυτής και μόνης.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ
Διότι θέλω να ζήσω ελεύθερος πλέον και την ελευθερία μου αυτήν είνε αδύνατον να μου την δώσουν οι οποιοιδήποτε επιτήδειοι καιροσκόποι δια του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» δι’ αυτό «αποφασίζω και διατάσσω» κι εγώ τον εαυτό μου, ίνα οργανούμενος μακράν από κάθε φαυλότητα, επιβάλω προς αυτούς την ελευθερίαν, διά των οργανώσεών μου. Έχω δε την πεποίθησιν, ότι, εάν, ούτω σκεπτόμενος, κάθε εργάτης λάβη την ιδίαν απόφασιν με μένα, εντός ολίγου χρονικού διαστήματος θα δοκιμάσουμε τα καλά αποτελέσματα των ελευθέρων και απηλλαγμένων από κάθε πολιτικήν σαπίλαν οργανώσεών μας.

—————————————————————————————–

Πηγή : Πάρε-Δώσε


Ελληνικός λαός: ένας λαός γεμάτος με «κουσούρια», μα το μεγαλύτερο ελάττωμά του είναι πως δεν ξεχνάει από που έρχεται και όταν χρειάζεται βάζει τον πήχη ψηλά, για να τον δούνε όλοι όταν τον περάσει…

Ο Ελληνικός λαός είναι ένα κοπάδι πρόβατα που άγεται κατά το δοκούν. Παπαγαλίζει ότι του λέει ο Τσίμας και ότι του γράφουν τα Νέα (όχι κατ’ ανάγκη στο πρωτοσέλιδο, και ένα μονόστηλο αρκεί για να φτιάξει κλίμα). Θεωρεί δεδομένο και γενετικά προδιαγεγραμμένο το να είναι ο ουραγός του κόσμου, ο χαβαλές της οικουμένης.
Θεωρεί αυτονόητο το να έχει ανίκανους και αλλοδαπούς κυβερνήτες που να περιμένουν δίπλα στο τηλέφωνο τις εντολές της ΣΙΑ. Θεωρεί πολυτέλεια την ελευθερία και την ανεξαρτησία γιατί “οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι μας ταΐζουν”.
Θεωρεί βάρος το Αιγαίο, τη Μακεδονία, τη Θράκη. Ανακουφίστηκε από την απώλεια της Ιωνίας, της Κύπρου, της Β. Ηπείρου. Λατρεύει τους χρηματοδοτούμενους αναθεωρητές και την Ελευθεροτυπία “που γράφει ιστορία”. Μας απενοχοποίησαν από το ξεπούλημα της πατρίδας μας “αφού και ‘μεις τα ίδια κάναμε”.
Θεωρεί την εξυπνάδα έγκλημα και την πονηριά (την άμυνα δηλαδή των ηλιθίων έναντι των πνευματικά ανώτερων) προτέρημα. Δεν τον κατηγορώ. Η καλλιέργια του ραγιαδισμού, της μοιρολατρίας, του μίσους για την Ελλάδα χρονολογούνται από τον… Θεοδόσιο. Από τότε χρονολογούνται και οι μαυροφόροι γενιαφόροι με παντιέρες που καίνε πανεπιστήμια, τόσο εκσυγχρονιστές είναι.
Το που θα καταλήξει το ξέρουμε, τα σύνορα στην Αλαμάνα. Η λύση είναι η εθνική ανεξαρτήσια όμως θέλει δουλειά και ζόρι και λάτρα και ματσακόνι. Προτιμάμε να είμαστε οι σπιτωμένες πόρνες του νταβατζή…
Από την άλλη, ποτέ ένα έθνος δεν γέννησε τόσους ήρωες όπως η Ελλάδα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αυτός ο λαός είναι η μοίρα του να δοξάζεται. Είναι η μοίρα του να είναι το κέντρο του κόσμου, γιατί αυτό είναι Ελλάδα.
Αντέξαμε πολλές φορές τον ανθελληνισμό, θα τον αντέξουμε και τώρα.
Μας κυρίευσαν οι ρωμαίοι και τους εξελληνίσαμε.
Γενεές δεκατέσσερις μας αφέντευαν οι τούρκοι και τους ανταποδώσαμε μολύβι και ατσάλι.
Πρώτοι εμείς σηκώσαμε ανάστημα στο γίγαντα του φασισμού την ώρα που μεγάλες δυνάμεις προσκυνούσαν.
Όσο υπάρχουν κοκάλα ηρώων σε τούτη γη, που τα ξεπλένει ακόμα η βροχή, να μη φοβάστε.
Τη ρωμιοσύνη μη τη κλαις…
Τη πολυπολιτισμικότητα μη τη φοβάσαι. Δεν μπορεί να σε κυριεύσει κατώτερος πολιτισμός. Και ποιος πολιτισμός; Ο πολιτισμός της Coca Cola, των Macdonalds και των Reality…
Όσο και εάν προσπαθούν να εξαφανίσουν κάθε τι ελληνικό, ο σπόρος του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και όλων των μεγάλων ελλήνων δεν θα χαθεί…. Όσο κρυμμένος και αν είναι στη γη, θα έρθει η μέρα που θα ξαναφυτρώσει…
Ένας καλός καπετάνιος χρειάζεται και η Ελλάδα θα ξαναγίνει αυτό που πάντα ήταν, Μεγάλη Ελλάδα. Τα έθνη δεν τα μετράμε με τα στρέμματα. Μετριώνται με την ψυχή τους. Και η ψυχή του Έλληνα είναι αθάνατη…
Στην φάση που είμαστε δεν θέλουμε έναν όποιο ηγέτη. Εχουμε τέτοιους…
Θέλουμε έναν τρελλό. Που θα παίξει το κεφάλι του κορώνα-γράμματα. Και το δικό του και της οικογένειάς του. Αλλιώς τίποτε δεν θα γίνει.
Εναν τρελλό που θα βάλει το κεφάλι του “πάνω στον πάγκο του χασάπη”.
Θέλουμε έναν τρελλό και άγιο. Με προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες σαν πουλάκι. Λίγο πάνω από το μηδέν.
Θέλουμε έναν Σπαρτιάτη σε εκστρατεία. Που θα κηρύξει πόλεμο. Που θα μας καλέσει στα όπλα. Που η μάχη είναι το σπίτι του, ο βιότοπός του, η οικολογική του εστία.
Θέλουμε έναν πολεμιστή. Να μας πάει μπροστά, να μας αλλάξει και μας και το πολίτευμα και μετά να παραδώσει τα κλειδιά του πρυτανείου σε μας. Σε μας ανήκουν τα κλειδιά αυτά.
Τον θέλουμε δηλαδή ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ που δεν μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας.
Σαν σφαχτάρι να του πεις να νιώθει από τώρα. Αν δεν είναι έτσι ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΕ, πες του.
Εγώ βέβαια είμαι ο καχύποπτος της παρέας. Κι όσον αφορά τα κόμματα δεν πιστεύω ότι μπορεί να προκύψει τίποτε καλό από αυτά. Γι’ αυτό κρατάω από τωρα και το μικρότερο καλάθι.
Σας περιμένω όμως να σας δω.
Κιαν κάνετε ότι φαίνεται πως λέτε ότι ετοιμάζεστε να κάνετε, ακόμη κιαν δεν με καλέσετε κι εμένα, θα ρθω εγώ να σας βρω. Κιας μη σας νοιάζει καν αν θάρθω ή όχι.
Και θα φέρω κι άλλους μαζί.
Γιατί αυτό που μας περιμένει μπροστά, τους μήνες που έρχονται, είναι πολύ βαρύ

Αναγνώστης

Από το Ας μιλήσουμε Επιτέλους

ΕΛΛΗΝΕΣ

Posted: Μαρτίου 20, 2010 in ΕΛΛΑΔΑ, ΕΛΛΗΝΕΣ

Μια που έκανα αρχή με τραγούδια να και ακόμα ένα τραγούδι .Παραθέτω και τους στίχους τους . Ειλικρινά θα ήθελα να μου πείτε που διαφωνείτε.

Panx Romana – Στίχοι – Έλληνες
Στίχοι/Μουσική

Panx Romana

Στο σχολείο κουρδισμένα παιδιά
στο στρατό σου αλλάζουν τα μυαλά
σε κάνουν πολίτη με το δικό τους τρόπο
ένα ρομπότ με το δικό τους νόμο.

Ένα εργάτη μηχανή δίχως καριέρα και ζωή
που δέχεται διαταγές χωρίς αρνήσεις και φωνές.

Ολοι χωρισμένοι σε παρατάξεις
κόμματα και κοινωνικές τάξεις
εμφύλιος πόλεμος για κορόϊδα
ζώα με παρωπίδες για το κόμμα.

Κι έχουμε όνειρα απατηλά
πως είμαστ’ ελεύθεροι κι όλα καλά
ευχόμαστε να βγουν αληθινά
μα εγώ φωνάζω στον Έλληνα.

Ε! Ε! Έλληνα είσαι σκουλήκι
η Ακρόπολη δεν σου ανήκει
Ε! Ε! Έλληνα τί λες για όλα αυτά;
Σε δουλεύουν κανονικά.

Όλοι φοράνε παρωπίδες
ζούνε με πλαστικές ελπίδες
υποσχέσεις στην αράδα
για μια κάποτε μεγάλη Ελλάδα

Συμφωνίες κι αποφάσεις
για να διώξουμε τις βάσεις
ξανά συμφέροντα πάνω από μας
ντρέπομαι που είμαι Έλληνας.

Ε! Ε! Έλληνα είσαι σκουλήκι
η Ακρόπολη δεν σου ανήκει
Ε! Ε! Έλληνα τί λες για όλα αυτά;
Σε δουλεύουν κανονικά.

Και λέν’ πως είναι Έλληνες
πως είναι Δημοκράτες
απόγονοι του Περικλή
ζήτω οι αυταπάτες.

Ε! Ε! Έλληνα είσαι σκουλήκι
η Ακρόπολη δεν σου ανήκει
Ε! Ε! Έλληνα τί λες για όλα αυτά;
Σε δουλεύουν κανονικά.

Ε! Ε! Έλληνα
Ε! Ε! Έλληνα
Ε! Ε! Έλληνα
Ε! Ε! Έλληνα