Archive for the ‘ΦΑΣΙΣΜΟΣ’ Category

Όλοι εσείς, οι ανιστόρητοι, είστε που θεριέψατε τον φασισμό βγάζοντας τον άσπιλο μέσα από την κολυμβήθρα του ψευτοιστορικού αναθεωρητισμού, που υπηρετείτε μάλλον εν αγνοία σας.  
Όλοι εσείς που με τις απαράδεκτες γενικεύσεις σας και τις επιλεκτικές σας εστιάσεις καταφέρατε να ισοπεδώσετε τα πάντα και να εξομοιώσετε τα πάντα.
Έχετε μια ασπρόμαυρη ψευτοηθική Μορμόνου αγνοώντας ότι η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα απέραντο γκρίζο, μια θολούρα η οποία μερικές φορές μας επιτρέπει κάποιες ξεκάθαρες ματιές.
Τώρα κάθεστε στο πεφωτισμένο σας κάστρο, κήνσορες και θεράποντες των πάντων. Έχετε τις λύσεις για τα πάντα με την υποτίθεται ψύχραιμη και λογική σας στάση σε έναν παράλογο κόσμο.
Απολαμβάνετε τον αέρα της αυθεντίας αφού είχατε σε κάποια στιγμή φυσικά προβλέψει τα πάντα για τους πάντες.
Είστε η νέα version του «διανοούμενου» που υποτίθεται πλέον ότι δεν είναι αποστασιοποιημένος από την εποχή του και τα προβληματά της, αλλά στην ουσία είστε στην στρατόσφαιρα και φυσικά-λυπάμαι που σας το λέω- δεν έχετε καμιά σχέση με τη διανόηση. 
Κοιτάτε αφ’ υψηλού και περιφρονητικά το πόπολο, αγανακτισμένοι με τους αγανακτισμένους ή μάλλον αγανακτισμένοι με τους πάντες, στενάζοντας κάτω από την αβάσταχτη ελαφρότητα του να είσαι Έλληνας, σχεδιάζοντας-απειλώντας (ποιους άραγε;) μεταναστεύσεις που μάλλον δεν θα πραγματοποιήσετε ποτέ, γιατί όλο και τη βολεύετε κάπως εδώ
Ανταλλάσσετε μεταξύ σας πικρόχολα και ειρωνικά σχόλια οικτίροντας τους ηλίθιους που δεν καταλαβαίνουν, αγνοώντας ότι  και εσείς με την εμετικά ελιτίστικη συμπεριφορά σας έχετε μερίδιο στην διαιώνιση της ηλιθιότητας τους.
Αλήθεια πως αντέχετε να έχετε δίκιο για τα πάντα;
Για εσάς όλα είναι ίδια και όλα τα αντικείμενα έχουν το ίδιο ειδικό βάρος αρκεί να περνάνε μέσα από το κόσκινό σας.
Προσπαθείτε να τηρήσετε ίσες αποστάσεις από τους πάντες επικαλούμενοι την λογική και την γνώση σας χωρίς όμως στην ουσία να είστε καλύτεροι από τους «νοικοκυραίους» που «κοιτάνε την δουλειά τους» και τόσο περιφρονείτε.
Δεν μπαίνουν όλα τα πράγματα στο ίδιο τσουβάλι αλλά για σας μπαίνουν και βολεύονται και μια χαρά.
Για εσάς όλος ο Β’ΠΠ είναι το σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ και η απόβαση στη Νορμανδία έτσι όπως την μάθατε από τον Private Ryan.
Σκίζεστε υπέρ των Εβραίων και των μειονοτήτων αλλά χαριεντίζεστε με αυτούς που έχτισαν τα Άουσβιτς ή έκλεισαν τα μάτια στην κάπνα των φούρνων τους ενώ οι παππούδες σας απαλλοτρίωναν τις περιουσίες τους που έμεναν πίσω.
Αγκαλιάσατε πρόθυμα τις κληρονομιές των Γκέλεν και Σέλενμπεργκ ξεχνώντας πολύ βολικά ποιους ακριβώς φακέλωναν και κρεμούσαν με χορδές πιάνου πριν το 1945. 
Σας δυσκόλεψε λίγο ο Irving, που θαυμάζατε, γιατί μέσα στην πολιτικά ορθή μεγαθυμία σας αργήσατε να καταλάβετε ότι ήταν λίγο άκομψος φασίστας και σας χαλούσε την σούπα και τώρα άντε να τον μαζέψεις. 
Δικαιολογείτε την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και με μια αντιθετοαντιστροφή χαρήκατε (λίγο, κρυφά) για τους δίδυμους πύργους αλλά αυτό δεν σας εμπόδισε και να χαζεύετε σήμερα live τα drones και τις βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου που ρίχνουν οι Αμερικανοί Gamers.
Είναι όλοι ίδιοι  για σας εξάλλου. 
Και οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και οι δωσίλογοι. 
Και αυτοί που έμειναν εδώ και ψόφησαν από την πείνα το 41 και αυτοί που το έπαιζαν κυβέρνηση αγκαλιά με τη βασιλική οικογένεια στο Κάιρο.
Και αυτοί που ξεδιαλέγονταν στα μπλόκα και αυτοί που τους έδειχναν.
Και ο Πλαστήρας και ο Παπάγος.
Και ο Λαμπράκης και ο Γκοτζαμάνης. 
Και οι κυβερνήτες και οι κυβερνώντες.
Και τα λαμόγια και οι ταλαίπωροι.
Όλοι αυτοί εξομοιώθηκαν μαζικά από τον χονδροειδώς αναιδέστατο «μαζί τα φάγαμε» που ανακηρύξατε σε γκουρού σας αυτομάτως, αγνοώντας παραδόξως το γεγονός πως παραδεχόμενος δημοσίως πως  τα «έφαγε» θα έπρεπε αυτομάτως και να λογοδοτήσει στην δικαιοσύνη.
Αγνοήσατε πως υπήρξαν και πάρα πολλοί που δεν έφαγαν τίποτα, αλλά αυτοί δεν χωρούσαν στην μυθοπλασία σας.
Σας βόλεψε πολύ η διάχυτη και ασαφής συλλογική ευθύνη για να κρυφτούν οι υπαίτιοι πίσω της, αλλά κυρίως για να διατηρήσετε την  «ex cathedra» ανωτερότητά σας.
Κρυφτήκατε πίσω από τον φερετζέ των μνημονίων -που έλεγαν τα αυτονόητα- για να δικαιολογήσετε για ακόμα μια φορά την επιβολή του δικαίου του ισχυρότερου και να απολαύσετε με χαιρεκακία τα δεινά που επιτέλους μας βρίσκουν γιατί δεν αξίζει να λεγόμαστε Ευρωπαίοι.
Αγνοήσατε πως σε όλα υπάρχει και μια ανθρώπινη διάσταση αφού η προσέγγισή σας είναι καθαρά μηχανιστική και είστε υπέρ των κοινωνικών αυτοματισμών.
Μιλάτε για περικοπές στην παιδεία και για δεξιότητες και για το πως η «τεχνική εκπαίδευση» στην Ελλάδα έχει παραμεληθεί, αλλά αυτό που εννοείτε είναι πως θέλετε τα παιδιά των φτωχών να είναι οι υδραυλικοί σας, (αφού με τι λεφτά θα σπουδάσουν και στο κάτω κάτω όλοι επιστήμονες θα γίνουν;) ενώ τα δικά σας παιδιά τα μελλοντικά καλοσπουδαγμένα στελέχη και οι επιστήμονες. Το ότι όλα αυτά έρχονται σε αντιπαράθεση με τα όσα ξύλινα λέτε για την παιδεία διόλου δεν σας απασχολεί.
Κάνετε τους αγνωστικιστές αλλά πιστεύετε στην θεολογία του χρήματος και της αγοράς.
Δεν θέλετε καθόλου κράτος, αλλά -λέτε πως- θέλετε τον απόλυτο έλεγχο (από ποιους και έναντι σε ποιους 😉 αγνοώντας την θεμελιώδη αντίφαση.
Κάνετε άτοπες συγκρίσεις της Ελλάδας με άλλες χώρες που μοιραία αποβαίνουν σε βάρος της αφού μιλάμε για «μήλα με μπανάνες» για να αισθάνεστε δικαιωμένοι για την αιώνια μουρμούρα σας.
Είστε με την βιώσιμη ανάπτυξη αλλά η έννοια της περιβαλλοντικής επίπτωσης για σας έχει μόνο χρηματικό βάρος.
Θέλετε επενδύσεις και έργα αλλά μακριά από εσάς.
Βρίζετε τους δημάρχους που τα έκαναν μαντάρα με τη διαχείριση των απορριμμάτων και είστε έτοιμοι να καλωσορίσετε την μαφία, που θα τα κάνει όλα λαμπίκο.
Ξέρετε ποιο είναι το ωραίο και βολικό με εσάς ;
Το ότι θα μπορούσατε να ανήκετε σε οποιονδήποτε πολιτικό χώρο χωρίς να αισθάνεστε κανένα απολύτως πρόβλημα.



Advertisements

Βαρέθηκα να διαβάζω ανιστόρητα χαώδη συμπεράσματα με απαράδεκτες γενικεύσεις και απλοποιήσεις σχετικά με την άνοδο του φασισμού σήμερα και με αναγωγές στην πρόσφατη Ευρωπαϊκή ιστορία. Σε όλους τους «φιλίστορες» θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ακριβώς ο φόβος της σοσιαλιστικής μεταρρύθμισης έτσι όπως εκφραζόταν κυρίως μέσω της αγροτικής μεταρρύθμισης και αναδιανομής των γαιών ήταν ο μοχλός που έσπρωξε την αστική τάξη στην αγκαλιά του φασισμού κατά τα χρόνια που προηγήθηκαν του Β’ΠΠ.  

Εκεί που μπόρεσαν «θυσίασαν» την γαιοκτημονική αριστοκρατία για να σωθούν. Αυτό συνέβη κυρίως στις περιοχές όπου τα κτήματα ανήκαν σε εθνικές μειονότητες με τα πρώτα ίχνη ρατσιστικού εθνικισμού να εμφανίζονται. Εκεί που δεν μπόρεσαν έγινε μύλος. Ο αγροτικός εμφύλιος στην Ιταλία λόγω της άρνησης των (Ιταλών) μεγαλοϊδιοκτητών για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις έστρωσε με λουλούδια το χαλί στον Ντούτσε. Το ίδιο και στην Ουγγαρία όπου ή άρχουσα τάξη αγκάλιασε τον Χόρτυ και αργότερα τους «Βελοσταυρίτες» μετά την παρένθεση του Μπέλα Κουν. Το ίδιο μπορεί να συνέβαινε και εδώ αν δεν είχαμε το κύμα προσφύγων του 21-22 που δημιούργησε de facto καταστάσεις που έχρηζαν αντιμετώπσιης πέρα από κάθε συμφέρον. Πάντως για ένα μπορούν να είναι βέβαιοι οι αγρότες μας. Αν δεν ήταν οι πρόσφυγες πολύ δύσκολα θα έβλεπαν διανομές αγροτικής γης στο επίπεδο που πραγματοποιήθηκαν τελικά. 

Η Ευρώπη -με ελάχιστες εξαιρέσεις π.χ. Αγγλία-δεν είναι και τόσο βαθιά και ανέκαθεν δημοκρατική όσο θέλετε να πιστεύετε οι περισσότεροι και οι ακραίες καταστάσεις δεν είναι και τόσο «στιγμιαίες» εκτροπές.
Με την πρώτη ευκαιρία  – έτσι όπως έχει φανεί- οι Ευρωπαϊκές αστικές κοινωνίες διολίσθαιναν πανεύκολα στον φασισμό και ενεργοποιούσαν ταχύτατα τα φασιστικά αντανακλαστικά τους μπροστά στον φόβο και στον κίνδυνο απώλειας των κεκτημένων και των προνομίων τους.  

Μπορεί να σας βολεύει τους περισσότερους να κάνετε θεωρητικές γεφυρώσεις ακροαριστερής και ακροδεξιάς βίας και βολικές εξομοιώσεις γιατί έτσι βολεύει το θυμικό σας αλλά η ιστορική αλήθεια δεν είναι εκεί.

Αλήθεια δεν έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί οι πλέον φονικοί πόλεμοι έχουν τα αίτια τους και την αρχή τους στο λίκνο της δημοκρατίας, την Ευρώπη ;

Γιατί εδώ ρίζωσαν και άνθησαν όλες οι ιδεοληψίες που αιματοκύλισαν τον κόσμο;

Που έγιναν επιστήμη οι εθνοκαθάρσεις ;

Αλήθεια πιστεύετε ότι οι Γερμανοί αλλά και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι που αγκάλιασαν τον Αδόλφο δεν πίστευαν πραγματικά τότε ότι αποτελούσε μια θαυμάσια λύση στα προβλήματα που τους βασάνιζαν;

Σε ποια ήπειρο θεωρήθηκε αδιέξοδο η κοινοβουλευτική δημοκρατία και λάθος τα συντάγματα και προτιμήθηκαν οι ισχυρές δικτατορίες ;

Οι περισσότεροι σύγχρονοι «Ευρωπαίοι» βολικά θέλουν να πιστεύουν ότι η βία που γεννά η εκτροπή από τη δημοκρατία είναι κάτι που ανήκει στην μακρινή ανατολή ή στα υπανάπτυκτα Βαλκάνια – τα γεγονότα που ακολούθησαν την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το ανέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο-, αλλά ξεχνούν εύκολα τους σκελετούς στα ντουλάπια τους, όπως πολύ βολικά ξεχνούν και τους δικτάτορες που αγάπησαν ανάδειξαν και ακολούθησαν στη φωτιά και στο σίδερο.

Πράγματι θέλει πολύ αγώνα και δουλειά για να εγκατασταθεί στο γαμημένο DNA η δημοκρατία και μέχρι στιγμής εμβόλιο για τον φασισμό δεν βρέθηκε.



Υ.Γ. Προφανώς τα ίδια ισχύουν και για μας που πολύ βολικά στο μυαλό μας έχουμε κάνει σαλάτα τα περί Μεταξά- εθνικής αντίστασης-δοσιλογισμού και επταετίας.



Προσωπικά είχα αντεπιτεθεί ενάντια σε όλους του απορημένους , απέναντι στα ποσοστά της Χρυσής Αυγής και της ανόδου του φασισμού – ρατσισμού.
Η κριτική μου είχε να κάνει με την πανευρωπαϊκή τάση της υπόθαλψης του φασισμού – ναζισμού η οποία είχε δύο συνιστώσες :
Η μία προπαγάνδιζε την αναγκαία «λήθη» προκειμένου η Ιστορία να προχωρήσει μπροστά και να ξαναμπούμε σε τροχιά ευημερίας και ειρήνης. Βέβαια άλλο η αναγκαία πολλές φορές λήθη, άλλο η εξαναγκασμένη αμνησία και υποκρισία.
Η άλλη, εξίσου βασική συνιστώσα, είχε να κάνει με την χρησιμότητα των ναζί ως «όπλων» ενάντια στον αντικομουνιστικό  Ψυχρό Πόλεμο, που είχε αναδυθεί ήδη μεσούντος του WWII. Τα διαπιστευτήρια των Ναζί σε αυτό τον τομέα ήταν ισχυρότατα.

Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτές οι αιτίες που ο φασισμός δεν έφυγε ποτέ από δίπλα μας. Ο φιλόσοφος και στοχαστής Alain Badiou, κάνει μια εξαιρετική ανάλυση του φαινομένου αυτού με αφορμή τα αποτελέσματα των πρόσφατων Γαλλικών Προεδρικών εκλογών και ένα αφιέρωμα της Le Monde.


Η μετάφραση και οι επισημάνσεις είναι από το Lenin Reloaded


Ο ρατσισμός των διανοουμένων
του Αλαίν Μπαντιού



Το εύρος της ψήφου υπέρ της Μαριάν Λε Πεν είναι αναπάντεχο και ανησυχητικό: αναζητούμε εξηγήσεις–η πολιτική τάξη προσφεύγει στην ίδια πάντα «πάσης χρήσεως» κοινωνιολογία: η Γαλλία των χαμηλών στρωμάτων –οι παραπλανημένοι επαρχιώτες, οι εργάτες, οι αμόρφωτοι, φοβισμένοι από την παγκοσμιοποίηση, την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης, τη διάλυση των [βιομηχανικών] περιοχών τους, τους άγνωστους ξένους που στέκονται στις πόρτες τους– ανδιπλώνεται στον εθνικισμό και στην ξενοφοβία. 

Επιπλέον, πρόκειται ήδη για τους «καθυστερημένους» Γάλλους που κατηγορήθηκαν ότι ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα– τους αντιπαραθέτουν με τις μορφωμένες, αστικές, σύγχρονες μεσαίες τάξεις που είναι το κοινωνικό αλάτι της μετριοπαθούς μας δημοκρατίας. 

Ας πούμε ότι αυτή η «από τα κάτω Γαλλία» είναι, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο γάιδαρος του παραμυθιού, ο ψωραλέος και άθλιος «λαϊκιστής» απ’ τον οποίο πηγάζει όλο το κακό της Λε Πεν. Έχοντας πει αυτό, όμως, αυτή η πολιτική-μιντιακή κλαψούρα για τον «λαϊκισμό» είναι παράξενη. Θα μπορούσε η δημοκρατική εξουσία, για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι, να είναι αλλεργική προς την ιδέα ότι πρέπει να λάβει υπόψη το λαό; Αυτή, όπως και να ‘χει, είναι η γνώμη του λαού, και μάλιστα όλο και περισσότερο. Όταν ρωτήθηκαν «νοιάζονται οι πολιτικοί για το τι σκέφτονται άνθρωποι σαν εσάς;», η εντελώς αρνητική απάντηση «καθόλου» αυξήθηκε από  15% του συνόλου το 1978 σε 42% το 2010! Όσο για το σύνολο των θετικών απαντήσεων  (“Πολύ” ή “αρκετά”), αυτό μειώθηκε από 35% σε 17% (για αυτές και άλλες ενδιαφέρουσες στατιστικές ενδείξεις, συμβουλευτείτε το ειδικό τεύχος του La Pensée, “Ο λαός, η κρίση, η πολιτική” των Guy Michelat και Michel Simon). Το ότι η σχέση ανάμεσα στο λαό και στο κράτος δεν είναι σχέση εμπιστοσύνης είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε.

Δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Γαλλία δεν έχει τον λαό που της αξίζει, και ότι η σκοτεινή ψήφος υπέρ της Λε Πεν επιβεβαιώνει αυτή την ανεπάρκεια; Η ισχυροποίηση της δημοκρατίας θα απαιτούσε η κυβέρνηση να εκλέξει έναν άλλο λαό, όπως πρότεινε ειρωνικά ο Μπρεχτ…

Η θέση μου είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε δύο άλλους ενόχους: στους διαδοχικούς ηγέτες της κρατικής εξουσίας, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, και σ’ ένα σημαντικό τμήμα διανοουμένων. 

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι οι φτωχοί της επαρχίας που αποφάσιαν να περιορίσουν όσο γίνεται τα βασικά δικαιμώματα των εργατών σ’ αυτή τη χώρα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους ή η καταγωγή τους, οι οποίοι ζουν εδώ με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σοσιαλιστής υπουργός το έκανε, και μετά όλοι αυτοί της δεξιάς που άρπαξαν την ευκαιρία. Δεν είναι ο αμόρφωτος επαρχιώτης που δήλωσε το 1983 πως οι απεργοί της Ρενώ – κυρίως Αλγερινοί ή Μαροκινοί– ήταν “μετανάστες (…) κινητοποιημένοι από θρησκευτικές ή πολιτικές οργανώσεις που βασίζονται σε κριτήρια ασύμβατα με τις γαλλικές κοινωνικές πραγματικότητες.» 

Σοσιαλιστής πρωθυπουργός ήταν, βέβαια, προς τέρψιν των «εχθρών» του εκ δεξιών. Ποιος από μας είχε την φαεινή ιδέα να πει ότι ο Λε Πεν μιλά για πραγματικά προβλήματα; Μήπως ήταν κανένας αλσατός παρτιζάνος του Εθνικού Μετώπου; Όχι, ήταν ο πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Δεν είναι ο καθυστερημένος πληθυσμός της επαρχιακής ενδοχώρας που δημιούργησε τα «κέντρα φιλοξενείας» που φυλακίζουν, χωρίς πραγματικά δικαιώματα,  όλους όσους επιπλέον στερούνται της δυνατότητας να αποκτήσουν νόμιμα χαρτιά βάσει  μόνο του γεγονότος ότι βρίσκονται εδώ. 

Δεν είναι οι αγανακτισμένοι κάτοικοι των προαστίων των πόλεών μας που έβγαλαν τη διαταγή, η οποία ακούστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, να εκδίδονται γαλλικές βίζες με τον ρυθμό σταγόνας, ενώ την ίδια στιγμή καθορίζουμε τις ποσοστώσεις των απελάσεων που πρέπει πάσει θυσία να γίνονται απ’ την αστυνομία. Η διαδοχή περιοριστικών νόμων που επιτίθενται στην ελευθερία και την ισότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ κάτω απ’ το πρόσχημα της αλλοτριότητάς τους, αυτό δεν είναι έργο του αποχαλινωμένου «λαϊκισμού.» 

Στο τιμόνι για αυτά τα νομικά εγκλήματα βρίσκουμε το κράτος, απλά και ξεκάθαρα–όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχής γενομένης από τον Φρανσουά Μιτεράν και συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των διαδοχικών κυβερνήσεων μετά από αυτόν. Σε αυτό το θέμα, και αυτά είναι απλώς δύο παραδείγματα, ο σοσιαλιστής Λιονέλ Ζοσπέν γνωστοποίησε τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία πως δεν ετίθετο ζήτημα ακύρωσης των ξενοφοβικών νόμων του Σαρλ Πασκουά· και ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολλάντ έκανε γνωστό ότι όσον αφορά την πολιτική νομιμοποίησης των χωρίς χαρτιά μεταναστών δεν θα υπάρξει καμία διαφοροποίηση σε σχέση με όσα ίσχυαν κατά την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί. Η συνέχεια κατεύθυνσης είναι ξεκάθαρη. Είναι αυτή η πεισματική ενθάρρυνση της ιταμότητας από την πλευρά του κράτους που δημιουργεί την αντιδραστική και ρατσιστική γνώμη, και όχι το αντίθετο. 

Δεν νομίζω, επίσης, πως είναι άγνωστο το γεγονός πως ο Νικολά Σαρκοζί και η συμμορία του βρισκόταν διαρκώς στο μέτωπο του πολιτισμικού ρατσσμού, υψώνοντας ψηλά το λάβαρο της «ανωτερότητας» του αγαπημένου μας δυτικού πολιτισμού και καταθέτοντας προς ψήφιση μια ατέλειωτη σειρά νομοθετικών διακρίσεων που η μοχθηρία τους μας ανατριχιάζει. 

Αλλά στο κάτω-κάτω, δεν βλέπουμε και την αριστερά να ξεσηκώνεται προκειμένου να αντισταθεί με το αναγκαίο σθένος για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας αντιδραστικής μανίας. Η αριστερά έφτασε στο σημείο συχνά να δηλώσει ότι «κατανοεί» αυτή την απαίτηση για «ασφάλεια», και υπερψήφισε ψυχρά τέτοιες ανοιχτά παρανοϊκές αποφάσεις όπως αυτές που είχαν ως στόχο την αποβολή από τον δημόσιο χώρο οποιασδήποτε γυναίκας καλύπτει τα μαλλιά ή το σώμα της. 

Οι υποψήφιοι της αριστεράς δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι θα ξεκινήσουν έναν αδυσώπητο πόλεμο, όχι τόσο ενάντια στη διαφθορά των καπιταλιστών και στη δικτατορία των προϋπολογισμών λιτότητας, αλλά ενάντια στους χωρίς χαρτιά εργάτες και τους ποινικά υπότροπους νεαρούς, ειδικά αν είναι μαύροι ή Άραβες. Στο ζήτημα αυτό, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά, έχουν καταπατήσει κάθε αρχή. Πρόκειται, για όσους στερούνται χαρτιών, όχι για κράτος δικαίου, αλλά για κράτος εξαίρεσης, για κράτους του μη δικαίου. Αυτοί είναι οι επισφαλείς και όχι οι πλούσιοι υπήκοοι. Αν αναγκαζόμασταν, ο Θεός να μας φυλάει, να απελάσουμε κόσμο, θα ήταν καλύτερα να απελάσουμε τους ηγέτες μας και όχι τους πολύ αξιοπρεπείς εργάτες απ’ το Μαρόκο ή το Μαλί. 

Και πίσω απ’ όλα αυτά, για πολύ καιρό τώρα, για πάνω από είκοσι χρόνια, ποιον βρίσκουμε; Ποιοι είναι οι ένδοξοι επινοητές της «ισλαμικής απειλής», που, σύμφωνα με τους ίδιους, απειλεί να αποσυνθέσει την δυτική κοινωνία και την όμορφή μας Γαλλία; Ποιοι είναι οι διανοούμενοι που ασχολούνται με το αποτρόπαιο καθήκον των φλογερών επιφυλλίδων, των διαστρεβλωμένων βιβλίων και των κατά παραγγελία «κοινωνιολογικών ερευνών»; Πρόκειται μήπως για μια ομάδα από συνταξιούχους επαρχιώτες και εργάτες σε αποβιομηχανοποιημένες πόλεις; Αυτοί έχτισαν υπομονετικά όλη την υπόθεση της «σύγκρουσης πολιτισμών», της υπεράσπισης του «δημοκρατικού συμβολαίου», τις απειλές στην ωραία μας «κοσμικότητα», τον «φεμινισμό» που εξοργίζεται από την καθημερινή ζωή των γυναικών των αραβικών χωρών;  

Δεν είναι ατυχές ότι τα βέλη στρέφονται αποκλειστικά κατά των ηγετών της άκρας δεξιάς (οι οποίοι απλώς βγάζουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά), χωρίς να αποκαλυφθεί ποτέ  η τεράστια ευθύνη όσων, στην υποτιθέμενη «αριστερά» –και ας σημειωθεί εδώ ότι πρόκειται τις περισσότερες φορές για καθηγητές φιλοσοφίας και όχι βεβαίως για ταμίες σουπερμάρκετ– επιχειρηματολογούσαν παθιασμένα πως οι Άραβες και οι μαύροι, και ιδιαίτερα οι νέοι, διαφθείρουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, διαστρέφουν τα προάστιά μας, προσβάλλουν τις ελευθερίες μας και τις γυναίκες μας; Ή ότι «παραείχαμε πολλούς» στις ποδοσφαιρικές μας ομάδες; Ακριβώς όπως κάποτε μίλαγε κάποιος για Εβραίους και «μέτοικους», αυτούς απ’ τους οποίους η αιώνια Γαλλία απειλείται θανάσιμα. 

Δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν κάποια φασιστικά γκρουπούσκουλα που δρούσαν στο όνομα του Ισλάμ. Αλλά υπάρχουν επίσης φασιστικά κινήματα που ταυτοποιούνται ως υπερασπιστές της Δύσης ή του Χριστού του Βασιλέως.  Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει κανέναν ισλαμοφοβικό διανοούμενο απ’ το να επαινεί ατελείωτα την ανώτερή μας «δυτική» ταυτότητα και να καταλήγει στο να εναποθέτει της αξιοθαύμαστές μας «χριστιανικές ρίζες» στην λατρεία μιας κοσμικότητας, για την οποία η Μαρίν Λε Πεν (που ανήκει πλέον στους φανατικότερους οπαδούς του εν λόγω δόγματος) αποκάλυψε επιτέλους το είδος της πολιτικής που την εκκολάπτει.

Στην πραγματικότητα, οι διανοούμενοι είναι που επινόησαν την αντιλαϊκή βία, που έχει κύριο στόχο τη νεολαία των γκέτο, και που είναι το πραγματικό μυστικό της Ισλαμοφοβίας. Και είναι οι κυβερνήσεις, ανίκανες να χτίσουν μια πολιτική κοινωνία ειρήνης και δικαιοσύνης, που παρέδωσαν ως εξιλαστήρια θύματα στις συγχυσμένες και τρομαγμένες εκλογικές τους πελατείες τους ξένους, και κυρίως τους Άραβες εργάτες και τις οικογένειές τους. Όπως πάντα, η ιδέα –έστω και εγκληματική– έρχεται πριν απ’ την εξουσία, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει τη γνώμη που χρειάζεται. Οι διανοούμενοι –τι κι αν είναι αξιοθρήνητοι– έρχονται πριν απ’ τον υπουργό, που κατασκευάζει τους ακολούθους του. 

Το βιβλίο –ακόμα και όταν είναι για πέταμα– προηγείται της προπαγανδιστικής εικόνας, που αντί να διδάσκει, παραπλανεί. Και ως αποτέλεσμα τριάντα χρόνων υπομονετικών συγγραφικών προσπαθειών, η πολεμική και η «ανίδεη» εκλογική αναμέτρηση βρίσκουν την φρικτή ανταμοιβή τους στις βαριεστημένες συνειδήσεις και στην αγελαία ψήφο.

Ντροπή σ’ αυτές τις διαδοχικές κυβερνήσεις, που όλες τους αναμετρήθηκαν γύρω από τα αλληλένδετα ζητήματα της «ασφάλειας» και του «μεταναστευτικού», ώστε να αποκρύψουν ότι εξυπηρετούσαν κυρίως τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας! Ντροπή στους νεορατσιστές και αδιόρθωτα εθνικιστές διανοούμενους, που επίμονα και συστηματικά συγκάλυπταν το κενό που άφησε στα λαϊκά στρώματα η παροδική έκλειψη της κομμουνιστικής υπόθεσης με ένα σωρό ανοησίες για τον ισλαμικό κίνδυνο και την καταστροφή των «αξιών» μας!  

Αυτοί πρέπει τώρα να απολογηθούν για την απειλή του καλπάζοντος φασισμού, του οποίου την ιδεολογική ανάπτυξη προώθησαν χωρίς σταματημό. 
Πηγή Le Monde

Ο φασισμός είναι τόσο ελκυστικός σε δύσκολες ώρες επειδή υπόσχεται την τιμωρία των ενόχων και όχι επειδή υπόσχεται την καλυτέρευση των συνθηκών. Ποντάρει στο αρχέγονο αίσθημα της εκδίκησης και της Βιβλικού τύπου ανταπόδοσης. 
Η διαφορά στο σκεπτόμενο και μορφωμένο άτομο, είναι πως τα χαλιναγωγεί και ελπίζει σε τιμωρία μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας. Η οποία τιμωρία, αλίμονο, σπάνια είναι αρκετή ή ικανοποιητική.