Σε κουβέντα που είχα προ καιρού με έναν γνωστό μου, μεγαλύτερο και αρκετά διαβασμένο και «χωμένο», τον ρώτησα γιατί στην ευχή η τρόικα-με την ντόπια ανοχή και παρότρυνση- ενώ βλέπει την κατάσταση μας, συνεχίζει το ξεζούμισμα και την πρέσα ;
Μου απαντάει ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι λόγω της τεράστιας φοροδιαφυγής που υφίσταται αποδεδειγμένα στην χώρα μας, υπάρχει πολύ χρήμα από μαύρο έως γκρίζο, καμουφλαρισμένο, είτε σε λογαριασμούς είτε σε ακίνητα (σπίτια, διαμερίσματα, οικόπεδα κλπ). Επομένως προσπαθούν με κάθε τρόπο να βρούνε πως θα βάλουν χέρι σε όλους αυτούς τους κατέχοντες.
Το πρόβλημα είναι ότι πέρα από τους συνήθεις υπόπτους, τους μισθωτούς δηλαδή δημοσίου και ιδιωτικού, που τους καθαρίζεις τα μάτια με δυο τρία απλά νομοσχεδιάκια και τους κόβεις όσα θέλεις από την άμεση μισθοδοσία, το άλλο σκέλος δηλαδή το να βρεις ποιοι και τι έχουν που, και να τους βάλεις χέρι είναι πολύ δύσκολο.
Αφενός γιατί προϋποθέτει αποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς που δεν διαθέτουμε, αφετέρου γιατί πολλές φορές απαιτείται και η συνεργασία δημοσίων και ιδιωτικών φορέων του εξωτερικού.
Η λίστα Λαγκάρντ, που υποπτεύομαι είναι μόνο μια από πολλές παρόμοιες, αποδεικνύει περίτρανα αυτό που ο γνωστός μου έλεγε στην αρχή, ότι δηλαδή ο Έλληνας έχει χρήμα και χρήμα που δεν φαίνεται χωρίς αυτό επαναλαμβάνω να σημαίνει απαραίτητα ότι το έχει και παράνομα, το ηθικό μέρος ας το αφήσουμε για την ώρα.
Άρα από μια σκοπιά καλά κάνουν και μας πατάνε και άλλο το καρύδι.
Από μια άλλη σκοπιά αυτοί που έχουν το χρήμα, συνήθως είναι και αρκετά έξυπνοι να φυλαχτούν από τέτοιες κακοτοπιές και κρατικές επιδρομές στα πουγκιά τους. Έχουν εταιρίες οφσορ και ονσορ, λογιστές μάγκες, personal banking κλπ κλπ.Ζήτω ο καπιταλισμός και οι νόμοι του κράτους δικαίου. Από πότε είναι έγκλημα στο κάτω κάτω να έχεις λεφτά;  Live your myth in Greece.
Αυτοί που δεν έχουν, κάθονται και τρώνε την π%υτσ@ και γκρινιάζουν για την άδικη τρόικα και καταριούνται το πατρικό σπίτι που κληρονόμησαν από τον παππού στο χωριό και αναγκάζονται να κόψουν το ρεύμα και όταν πάνε Σαββατοκύριακο είναι με τις μπαλαντέζες από τον μπάρμπα δίπλα. Live your myth in Greece too.
Το πρόβλημα με την Λίστα Λαγκάρντ δεν είναι ότι ανακαλύψαμε ότι ο τάδε ή ο δείνα φραγκάτος εφοπλιστής, γιατρός, επιχειρηματίας ή εκδότης είχε λεφτά στο εξωτερικό. WTF, σιγά μην δεν είχε ;;;; Το θέμα είναι πως ανακαλύψαμε ότι η Κίτσα η κομμώτρια, ο Μπάμπης ο υδραυλικός και ο Αντώνης ο βαρκάρης ο σερέτης είχαν λογαριασμούς με φράγκα στο εξωτερικό. Αυτό είναι που μας σόκαρε λίγο. Σαν να ζει δίπλα σου ένας serial killer αλλά child 44. Βγαίνεις μετά σαν ροφός στα κανάλια και λες :
«Ήταν πολύ καλό παιδί και ήσυχος. Κάθε φορά μας καλημέριζε στο ασανσέρ και μας βοηθούσε να κατεβάζουμε τα σκουπίδια. Είμαστε σοκαρισμένοι» και άλλα παρόμοια.
Αυτό λοιπόν αποκάλυψε η λίστα και μην γελιέστε θα υπάρχουν και άλλες μικρές και μεγάλες.
Οπότε μάλλον δίκιο είχε ο γνωστός , ο Έλληνας έχει χρήμα και δεν είναι στα σεντούκια ή στα στρώματα.
Τώρα οι περισσότεροι ασχολούνται με το αν ήταν παραβίαση προσωπικών δεδομένων η κίνηση του Βαξεβάνη κλπ. Αυτό είναι το ταχυδακτυλουργικό παπατζίδικο τρικ για να χάσεις τον «παπά» από τα μάτια σου. Το θέμα, ο παπάς δηλαδή, είναι η λίστα και γιατι βολόδερνε από γραφείο σε γραφείο και το αν έχει γίνει έλεγχος και τι αποκάλυψε, όχι αν είχε ή δεν είχε δικαίωμα ο Βαξεβάνης να την δημοσιεύσει. Αυτό αν θέλετε είναι υποερώτημα σε άλλο επίπεδο.
Οπότε μάλλον το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και μετά από όλα αυτά,  στο τέλος το κ@υλί θα το φάνε πάλι οι ίδιοι και μάλλον δεν θα είναι αυτοί με τους λογαριασμούς, είτε τους νόμιμους είτε τους παράνομους είτε τους ηθικούς είτε τους εκμαυλισμένους, αφού στο τέλος θα θυμόμαστε μόνο τον Βαξεβάνη και όχι τον Παπακωνσταντίνου, τον Μπένι, τον Διώτη, τον Καπελέρη ή τα ονόματα στη λίστα μαζί με τα ποσά.

Στο κάτω κάτω, κάπως έτσι αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι την φιλελεύθερη οικονομία:
Σαν την δική τους ελευθερία αλλά με την οικονομία των άλλων..

—————————————————————————

Ας συνεισφέρω λίγο και εγώ στο περιρρέον περιβάλλον των θεωριών συνωμοσίας.  Ο Βαξεβάνης είναι και καλά πληρωμένο παπαγαλάκι προκειμένου να μας αποσπάσει από την λίστα καθαυτή !!! 

Καλό ε ;;;;;;;;

Advertisements

Τις τελευταίες ημέρες τα  επεισόδια μεταξύ μελών και βουλευτών της Χρυσής Αυγής από τη μία και πολιτών από την άλλη που σημειώθηκαν έξω από το θέατρο «Χυτήριο» για την παράσταση «Corpus Christi» καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ειδησεογραφίας, δίνοντας την ευκαιρία  στα ΜΜΕ για διακριτή οριοθέτηση προοδευτικού – συντηρητικού, που ταυτίζεται με το   φασιστικό, με σημείο αιχμής την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, κι εκείνη η αριστερά  (ΔΗΜΑΡ) που προσυπογράφει την εξαθλίωσή μας  ή υπόσχεται (ΣΥΡΙΖΑ) τον εξωραϊσμό της, βρίσκει  επιτέλους ένα πεδίο να αναδείξει την προοδευτικότητά της αγωνιζόμενη για την ελευθερία της έκφρασης. Στο σημείο αυτό όλες οι φωνές του κυρίαρχου λόγου  συγκλίνουν-  όλες αντίθετες σε κάθε είδους λογοκρισία, μια φανερή μορφή καταπίεσης,   σε αντιδιαστολή με τη φασιστική αντίληψη.
              Μόνο που αυτό δε σημαίνει και τοποθέτηση υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, εφόσον η ελευθερία της έκφρασης  δεν  υπάρχει αφηρημένα, γιατί σε μια ταξική κοινωνία κι αυτή  έχει ταξικό χαρακτήρα. Επομένως ελευθερία της έκφρασης σημαίνει την ελευθερία έκφρασης της εκάστοτε   άρχουσας τάξης. Σε τελευταία ανάλυση, ή έννοια της περιβόητης ελευθερίας της έκφρασης, έτσι όπως παρουσιάζεται από τους φιλελεύθερους αστούς, κυρίως  περιορίζεται στη δυνατότητα του καθένα να μιλά και  να γράφει ελεύθερα και στην καλύτερη περίπτωση τελευταία  περιλαμβάνει ακόμα και τη δυνατότητα επηρεασμού του κοινού με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία συνεχίζει όμως  να είναι περιθωριακή και περιορισμένη, παρά  τη διόγκωση της επιρροής που τελευταία της απέδωσε ο κυρίαρχος λόγος, (οργάνωση   κινήματος των αγανακτισμένων, ή της αραβικής άνοιξη κλπ.)  ως άλλοθι περισσότερο για τη δική του κυριαρχία μέσα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, που βρίσκονται βέβαια  στα χέρια της άρχουσας τάξης. Έχοντας λοιπόν τη δυνατότητα χειραγώγησής μας και θεσμοθέτησης των ορίων της ελευθερίας έκφρασης,   η κυρίαρχη τάξη είναι πολύ πιο εύκολο να επιτρέψει και τη δυνατότητα επηρεασμού του κοινού όταν έχει εξασφαλίσει, με διάφορους τρόπους, ότι αυτός που  εκφράζεται ελεύθερα υπηρετεί την ιδεολογία της ή τουλάχιστον η ίδια μπορεί να ιδιοποιηθεί τη δική του.
           Ακόμα περισσότερο,  όταν η αντιπαράθεση  για την ελευθερία της έκφρασης  εφαρμόζεται σε παρωχημένες μορφές  κοινωνικής σύγκρουσης, αυτές που αφορούν θρησκευτικά θέματα και που πια κανένα ρήγμα στη σημερινή κυρίαρχη τάξη πραγμάτων δεν μπορούν να επιφέρουν, είναι εύκολο να καμουφλαριστεί ο κυρίαρχος λόγος σε αριστερό, μεταφέροντας τη σύγκρουση σε ανώδυνα γι’ αυτόν πεδία. Μοιάζουν σαν όλες αυτές οι αντιδράσεις, αλλά και το ίδιο το έργο με το θέμα του, να διαπλέκονται  σε μια δραστηριότητα παιχνιδιού, όπου οι μεν  θεατές  και υπερασπιστές του έργου θεωρούν έως και επαναστατική πράξη  την κριτική  για τμήμα  του  εποικοδομήματος της κοινωνίας που έχει πια περιορισμένη δυναμική,  οι δε κατήγοροί του ότι υπερασπίζονται μια πίστη που δεσμεύει σε παλιές συγκρούσεις, αλλά έχει μεγάλο ακροατήριο. 
             Και  τα καλλιτεχνικά έργα  όμως και οι αντιδράσεις που αυτά προκαλούν αποτελούν τελικά μια πολιτική δήλωση. Είτε είναι σύμφωνα με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της κοινωνίας είτε έρχονται σε καθαρή αντίθεση μ’  αυτές, σίγουρα όμως δεν μπορούν να δραπετεύσουν από τις  περιρρέουσες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες. Ακόμα κι αν κάποια έργα δίνουν την εντύπωση  ότι εκφράζουν κάποιες εσωτερικές αντιφάσεις ή συγκρούσεις της κοινωνίας στην πραγματικότητα μπορεί  να μην  είναι παρά διακόσμηση καθιερωμένων αντιλήψεων και αποδεκτών συμπεριφορών, χωρίς κάποιο ειδικό βάρος, και χωρίς να  προσφέρουν  μια βαθύτερη κατανόηση για την εσωτερική δομή της κοινωνίας. Μοιάζουν λοιπόν  οι  συγκρούσεις για το επίμαχο θεατρικό έργο κι ίσως και το ίδιο το έργο,  σ’ αυτά τα όρια να κινούνται.  Άλλωστε,  στην πραγματικότητα, οι προοδευτικοί, που υπερασπίζονται την ανεκτικότητα του συστήματος, έχοντας προ πολλού εγκαταλείψει κάθε αίτημα και  επαναστατική προοπτική, κηρύττοντας  την ανακωχή μαζί του για  χάρη της  δυνατότητας προσωπικής απελευθέρωσης, προσφέρουν  αυταπάτες και εφησυχασμό. Και οι φασίστες, που παρουσιάζονται υπερασπιστές αξιών, υποκαθιστώντας  η συμπληρώνοντας με τη δράση τους  κρατικές λειτουργίες, διαφημίζουν την ά- λογη  δύναμή τους,  που τη στεριώνουν στις χιλιάδες δειλίες, οι οποίες επειδή κατάπιαν όλες τις ταπεινώσεις ψάχνουν τη δύναμη που θα τους λυτρώσει. Μοιάζουν να συγκρούονται, αφήνοντας στο απυρόβλητο το ίδιο το πολιτικοοικονομικό  σύστημα, με τα αδιέξοδά του που εξαθλιώνουν τις υποτελείς τάξεις.
              Τελικά,  κάτι οι  φωνές των μακάριων στον καταναλωτικό προοδευτισμό τους  αριστερών, κάτι οι  φωνές  των  μπράβων του συστήματος   με τις σιδερένιες γροθιές, όλο και ελπίζει και εύχεται το πολιτικό σύστημα πως θα τα καταφέρει να αμβλυνθούν προοδευτικά οι κοινωνικές αντιδράσεις, αναδεικνύοντας μέσα από τη σύγκρουση προοδευτικού – συντηρητικού με παλιούς όρους, νέες κοινωνικές ισορροπίες, που όμως μοιάζουν τόσο με νεκρανάσταση παλιών.



«…Ο ενεργειακός σχεδιασμός στη χώρα μας «βαφτίζει» μέσω των επονομαζόμενων «Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας» ως «πράσινη», καθαρή και δωρεάν ενέργεια, δραστηριότητες, πουούτε «πράσινες», ούτε καθαρές, ούτε δωρεάν είναι. Ίσα ίσα το αντίθετο…» 

«…σπατάλη δις ευρώ, η ανεπανόρθωτη αλλοίωση του περιβάλλοντος και του ελληνικού τοπίου, ενώ παράλληλα θα επιφέρει καίριο πλήγμα στον τουρισμό, προκαλώντας, μεταξύ άλλων, την υποβάθμιση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αλλά και της ποιότητας της ζωής όλων μας. Όλα αυτά, ΧΩΡΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΥΘΡΥΛΗΤΗ ΦΘΗΝΗ, ΚΑΘΑΡΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙ ΧΡΗΣΙΜΟ ΡΕΥΜΑ…» 

«…Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αιολική ενέργεια δεν μπορεί να αντικαταστήσει ούτε μία μονάδα λιγνίτη/άνθρακα. Όσο πιο πολλοί αιολικοί σταθμοί εγκαθίστανται, τόσο περισσότερες θερμικές μονάδες χρειάζονται για εφεδρεία. Κι αυτό διότι οι αυξομειώσεις του ανέμου αποσταθεροποιούν το δίκτυο κι απαιτούν ειδική και ακριβή διαχείριση με επιπλέον πανάκριβους εξοπλισμούς. Είναι επίσης γνωστό από πάμπολλες οικονομοτεχνικές μελέτες πως οι αιολικοί σταθμοί στοιχίζουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι παράγουν και πως δε θα υπήρχε καμιά εταιρεία να επενδύσει σε αυτούς, αν δεν υπήρχαν οι επιδοτήσεις τους. Άρα «επενδύοντας» η Πολιτεία σε αιολικούς σταθμούς, στην ουσία χρηματοδοτεί κάτι μη παραγωγικό και αμφιβόλου χρησιμότητας,(αφού το ρεύμα που παράγεται, αν δε χρειάζεται την παρούσα στιγμή δεν μπορεί να αποθηκευτεί και να χρησιμοποιηθεί όταν χρειάζεται)σπαταλώντας αναίτια σε μια περίοδο βαθιάς ύφεσης και κρίσης, χρήματα των φορολογούμενων πολιτών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε άλλους τομείς, πιο παραγωγικούς ή/και ωφέλιμους…»


Εγώ λέω ότι στου Τατούλη την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Είναι σε αποστολή από τον Φούχτελ, και έχει φοιτήσει στην Μεγάλη των Χελίων Σχολή. Το Πασόκ ΔΕΝ είναι πια εδώ. Έληξε ο ρόλος του. Τώρα έχουμε τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Και όπου ντρέπονται οι Δήμαρχοι (που φαίνονται) υπάρχουν οι Περιφερειάρχες, που είναι …αλλού. Όπως οι παλιοί καλοί Νομάρχες την δεκαετία του 1960. Εκτελούνται εντολαί, προσκυνούμεν Αγά μου και ό,τι έχει έχει ευχαρίστησιν η σεπτή ηγεμονία Σας.

Η ανάρτηση από τον Αρχαίο

Υγρόν πυρ #02

Posted: Οκτώβριος 8, 2012 in Uncategorized
Τα χρήματα  που δεν πλήρωσαν «οι έχοντες» – σύμφωνα πάντα με τη ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ και την περίφημη συνέντευξη τύπου- είναι περισσότερα από τα όσα π.χ. ;

– Δεν πληρώνουν οι τζαμπατζήδες στα λεωφορεία ή στο ΜΕΤΡΟ

– Δεν πληρώνουν αυτοί που σηκώνουν τη μπάρα στα διόδια

Έχει υπολογίσει κανένας την αναλογία φοροδιαφυγής ανάμεσα σε φτωχούς / πλούσιους. ;

Ο φτωχός είναι κλέφτης / φοροφυγάς / μπαταξής / αντικοινωνικός

Ο πλούσιος απλά κάνει ρυθμίσεις / διαπραγματεύεται / επωφελείται ευεργετικών διατάξεων / του λένε και μπράβο όταν πληρώνει, προφανώς επειδή αν ήθελε μπορούσε και να μην πληρώσει καθόλου

Ο φτωχός κλείνει κανένα ημιυπαίθριο και προσπαθεί με χίλιες μαϊμουδιές -με την ευλογία του κράτους που προσπαθεί να εισπράξει – να τον νομιμοποιήσει.

Ο πλούσιος φτιάχνει κανένα mall, κανένα συγκροτηματάκι γραφείων, καμμιά βιλίτσα και πάλι τα ίδια.

Τα πάντα είναι θέμα λεκτικής διατύπωσης και ποσότητας γιατί ο φοροφυγάς ή ο αυθαίρετος είναι πάντα τέτοιος άσχετα αν μιλάμε για 100 ή για 100,000 ευρώ ή για ένα γκαράζ ή για βίλλα 2,000 τ.μ. με ναΐσκο για να πάρουμε ρεύμα.

Τελικά όλα τα γουρουνάκια είναι ίσα αλλά κάποια είναι περισσότερο ίσα από τα άλλα.

Οι φτωχοί στην Ελλάδα βρίζουν τους πλούσιους γιατί απλά θα ήθελαν και οι ίδιοι να είναι πλούσιοι και να κάνουν τα ίδια.
Αυτό που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι είναι στη μοίρα τους, με τα μυαλά που έχουν, να είναι μια ζωή στον τροχό και να αγωνίζονται για λίγα ψίχουλα ασυδοσίας για την πάρτη τους, αλληθωρίζοντας ψηλά, αδυνατώντας να καταλάβουν την ρίζα τους προβλήματος, που είναι οι ταξικές διαφορές.
  ———————————————————

Μην σας κακοφαίνεται ναι αυτό είναι πλέον το δίπολο , φτωχοί-πλούσιοι, μετά την καταβαράθρωση της «μεσαίας αστικής τάξης» – εδώ γελάμε. 
Καλή σας ώρα νοικοκυραίοι , εκεί που βρίσκεστε. 
Τα θέλατε και τα πάθατε είναι η αλήθεια.

Βέβαια αυτό με το χαράτσι της ΔΕΗ, αν ισχύει και είναι νόμιμες οι μειώσεις/απαλλαγές, βγάζει λίγο μάτι, γιατί κάνει εξόφθαλμη την μεροληψία του συστήματος υπέρ των εχόντων και κατεχόντων και δεν θέλουμε να ξυπνήσει απότομα το popolo, όχι γιατί θα κάνει τίποτα αλλά στενοχωριέται και χαλάει το κρέας του.

Υγρόν Πυρ #01

Posted: Σεπτεμβρίου 29, 2012 in Uncategorized
Κάποιοι είναι με την τρόικα και την προτρέπουν να σκληρύνει την στάση της και να μας πηδήξει όσο γίνεται για να σωθούμε, προπαγανδίζοντας την νέα τάξη των νοτιοευρωπαίων γκασταρμπάιτερ και βορειοευρωπαίων γκαουλάιτερ, ελπίζοντας ότι αυτοί θα είναι στους δεύτερους.

Κάποιοι άλλοι είναι υπέρ της διατήρησης αυτής της κατάστασης που μας έφερε ως εδώ κλείνοντας τα μάτια και αλληθωρίζοντας σε προνομιούχες κάστες ιδιωτικές και δημόσιες, κραδαίνοντας το λάβαρο της επανάστασης και σπρώχνοντας τους άλλους στο χορό του Ζαλόγγου.

Με την Ελλάδα και τους Έλληνες ποιοι να είναι, γιατί σίγουρα δεν είναι καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες.

Από σύσταση του Ελληνικού Κράτους στη σύγχρονή μορφή του, είχαμε κάστες διεφθαρμένων και συναλλασσόμενων κρατικιστών που ροκάνιζαν τα πάντα, προγόνους και διδασκάλους των σημερινών αδιάφορων, παρτάκηδων Ελληναράδων

Είχαμε Τουρκόφιλους, Αγγλόφιλους, Ρωσόφιλους, Αμερικανόφιλους, Σοβιετόφιλους, Γερμανοναζιστόφιλους, εσχάτως και τροϊκόφιλους, με τη μία τάξη απεχθέστερη της άλλης.

Το μόνο είδος εν ανεπαρκεία είναι οι Ελληνόφιλοι….

Αλήθεια με αυτά τα ανέκδοτα για τους Ποντίους τι γίνεται ; Η ταινία του Βουτσά πόσα εισιτήρια είχε κόψει; Πόσοι νοίκιασαν τις κασέτες από τα βιντεοκλάμπ μαζί με τον «Ράμπο από τα Τρίκαλα» και τον Ταμτάκο τον γύφτο (πλέον Ρομά) .  Οι ταινίες με τον «βλάχο -χωριάτη» Χατζηχρήστο σας άρεσαν ;  Τραγουδήσατε τον «Αράπη, τον μαύρο, τον σκύλο τον ταμ-ταμ-ταμ»; Αυτά προφανώς αναδείκνυαν το Αρχαίο Ελληνικό πηγαίο χιούμορ και δεν είχαν ίχνος ρατσισμού.
Το να λες μαλακίες και να γελάς είναι ανθρώπινο και πολλές φορές είναι τα ταπεινά ένστικτά που μας διασκεδάζουν και θέλει πραγματικά μεγάλη αυτοπειθαρχία και μόρφωση για να τα χαλιναγωγήσεις. 
Γιατί τα λέω αυτά ; Μήπως για να υπερασπιστώ την Παπαχρήστου ; Δεν ασχολούμαι με τα αθλητικά και ούτε που την ήξερα. Με τα όσα είδα τις τελευταίες μέρες διαπίστωσα ότι μάλλον πρόκειται για τυπική εκπρόσωπο της νέας γενιάς. Με facebook και twitter όπου την κάθε μαλακία που της έρχεται στο μυαλό την γράφει (ανορθόγραφα) για να γελάσουν οι κολλητοί. Παλαιότερα εμείς  – ρε πούστη μου  (ωχ ρατσισμός)πάλι σαν παππούς μιλάω-περιμέναμε να βρούμε τον άλλο στην πλατεία ή στο σχολείο να του το πούμε. Πλέον οι διαδικασίες είναι fast track και ορατές σε πολλούς περισσότερους. 
Για την συγκεκριμένη αθλήτρια διαπίστωσα πως είναι γεννημένη το 1989 δηλαδή 23 ετών. Αλήθεια εσείς πουλάκια μου εκείνη την εποχή πόση περίσκεψη και ωριμότητα σας χαρακτήριζε ; Μήπως κολυμπούσατε σε καμιά πισίνα πολιτικής ορθότητας και κουλτούρας; Εγώ πάντως ήμουν «πέρα βρέχει», έλεγα και έκανα την μια μαλακία πίσω από την άλλη; Αν είχα facebook και έγραφα το ανέκδοτο με τον «αράπη που άσπριζε  γιατί έπεφτε η στάθμη (sic)» θα με εκτελούσαν άραγε ;
Επομένως ας μην βιαστούμε να ρίξουμε τον πρώτο λίθο. Καλύτερα να σκεφτούμε από ποια κοινωνία προέρχεται η κάθε Παπαχρήστου. Από μια κοινωνία όπου ο Αλβανός δεν θα γίνει ‘Ελληνας ποτέ μάλλον, όπως λένε και στα γήπεδα. Από τις φράουλες της Μανωλάδας. Από μια κοινωνία όπου όποιος μένει εκτός Αθήνας είναι βλάχος και τα χωριά είναι καλά μόνο για το αρνί το Πάσχα και κανένα ζαρζαβατικό και η ορεινή Ελλάδα μετριέται με τα στούντιο της Μαστροκώστα στην Αράχωβα.Από μια Ελλάδα που ο πατέρας και η μάνα καπνίζουν μέσα στο μαγαζί που κάθονται τα παιδιά τους και πετάνε το κουτάκι με το αναψυκτικό από το παράθυρο του αυτοκινήτου.
Για να αλλάξει αυτή η νοοτροπία και η αντίληψη του Έλληνα για τον κόσμο θέλει δουλειά πολλή σε όλα τα επίπεδα. Σχολείο, οικογένεια , ανώτερη εκπαίδευση. Το να κατηγορείς ένα παιδί (ναι παιδί θεωρώ την Παπαχρήστου) για τα ιδεώδη και την κουλτούρα που της εμφύσησες εσύ η ενήλικη κοινωνία είναι γελοίο. 
Από ότι κατάλαβα αυτό που μας πειράζει στην Παπαχρήστου είναι ότι για μια στιγμή έγινε ο καθρέφτης όπου οι περισσότεροι είδαν τον εαυτό τους και τρόμαξαν. Μάλλον φοβήθηκαν ότι αυτόν τον εαυτό  τους τον είδαν και οι άλλοι.
Όσο για το αν πρέπει να αποκλειστεί από τους αγώνες, νομίζω πως τα όσα τράβηξε και άκουσε είναι αρκετή τιμωρία. 
Υ.Γ. Εξάλλου αν και αυτό το σιχαίνομαι – την επιχειρηματολογία που βασίζεται στις συγκρίσεις- θα το πω. Πως είναι δυνατόν να παίρνουμε μαθήματα περί ρατσισμού από Άγγλους- Γάλλους – Αμερικανούς- Γερμανούς. Ο θεμέλιος λίθος του καπιταλισμού είναι η δουλοκτητική (δωρεάν) εργασία και η αποικιοκρατική εκμετάλλευση. Το Λονδίνο που φιλοξενεί τους Αγώνες, είναι μια πόλη χτισμένη από το αίμα «έγχρωμων» και το ζουμί αποικιών. Εξάλλου αν πρέπει να γίνουμε «κατ’ εικόνα και ομοίωση» των πολιτισμένων Δυτικών θα πρέπει να εντάξουμε και άλλα πλην του μνημονίου στο πρόγραμμά μας. Να φτιάξουμε κανένα στρατοπεδάκι συγκέντρωσης σαν αυτά που έβαζε ο Λόρδος Κίτσενερ τους Μπόερ, να κάνουμε κανένα πογκρόμ, καμμιά «Κρίσταλ-Ναχτ», κανένα θαλαμάκι αερίων, να δέσουμε τίποτα Ινδούς στα κανόνια  και άλλα τέτοια  πολλά και χαριτωμένα που μας δίδαξε μαζί με τη Διαφώτιση ο Δυτικός Πολιτισμός.
Μπορεί να είμαστε μεγάλοι μαλάκες αλλά μπροστά τους είμαστε αθώα περιστεράκια.


Προσωπικά είχα αντεπιτεθεί ενάντια σε όλους του απορημένους , απέναντι στα ποσοστά της Χρυσής Αυγής και της ανόδου του φασισμού – ρατσισμού.
Η κριτική μου είχε να κάνει με την πανευρωπαϊκή τάση της υπόθαλψης του φασισμού – ναζισμού η οποία είχε δύο συνιστώσες :
Η μία προπαγάνδιζε την αναγκαία «λήθη» προκειμένου η Ιστορία να προχωρήσει μπροστά και να ξαναμπούμε σε τροχιά ευημερίας και ειρήνης. Βέβαια άλλο η αναγκαία πολλές φορές λήθη, άλλο η εξαναγκασμένη αμνησία και υποκρισία.
Η άλλη, εξίσου βασική συνιστώσα, είχε να κάνει με την χρησιμότητα των ναζί ως «όπλων» ενάντια στον αντικομουνιστικό  Ψυχρό Πόλεμο, που είχε αναδυθεί ήδη μεσούντος του WWII. Τα διαπιστευτήρια των Ναζί σε αυτό τον τομέα ήταν ισχυρότατα.

Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτές οι αιτίες που ο φασισμός δεν έφυγε ποτέ από δίπλα μας. Ο φιλόσοφος και στοχαστής Alain Badiou, κάνει μια εξαιρετική ανάλυση του φαινομένου αυτού με αφορμή τα αποτελέσματα των πρόσφατων Γαλλικών Προεδρικών εκλογών και ένα αφιέρωμα της Le Monde.


Η μετάφραση και οι επισημάνσεις είναι από το Lenin Reloaded


Ο ρατσισμός των διανοουμένων
του Αλαίν Μπαντιού



Το εύρος της ψήφου υπέρ της Μαριάν Λε Πεν είναι αναπάντεχο και ανησυχητικό: αναζητούμε εξηγήσεις–η πολιτική τάξη προσφεύγει στην ίδια πάντα «πάσης χρήσεως» κοινωνιολογία: η Γαλλία των χαμηλών στρωμάτων –οι παραπλανημένοι επαρχιώτες, οι εργάτες, οι αμόρφωτοι, φοβισμένοι από την παγκοσμιοποίηση, την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης, τη διάλυση των [βιομηχανικών] περιοχών τους, τους άγνωστους ξένους που στέκονται στις πόρτες τους– ανδιπλώνεται στον εθνικισμό και στην ξενοφοβία. 

Επιπλέον, πρόκειται ήδη για τους «καθυστερημένους» Γάλλους που κατηγορήθηκαν ότι ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα– τους αντιπαραθέτουν με τις μορφωμένες, αστικές, σύγχρονες μεσαίες τάξεις που είναι το κοινωνικό αλάτι της μετριοπαθούς μας δημοκρατίας. 

Ας πούμε ότι αυτή η «από τα κάτω Γαλλία» είναι, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο γάιδαρος του παραμυθιού, ο ψωραλέος και άθλιος «λαϊκιστής» απ’ τον οποίο πηγάζει όλο το κακό της Λε Πεν. Έχοντας πει αυτό, όμως, αυτή η πολιτική-μιντιακή κλαψούρα για τον «λαϊκισμό» είναι παράξενη. Θα μπορούσε η δημοκρατική εξουσία, για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι, να είναι αλλεργική προς την ιδέα ότι πρέπει να λάβει υπόψη το λαό; Αυτή, όπως και να ‘χει, είναι η γνώμη του λαού, και μάλιστα όλο και περισσότερο. Όταν ρωτήθηκαν «νοιάζονται οι πολιτικοί για το τι σκέφτονται άνθρωποι σαν εσάς;», η εντελώς αρνητική απάντηση «καθόλου» αυξήθηκε από  15% του συνόλου το 1978 σε 42% το 2010! Όσο για το σύνολο των θετικών απαντήσεων  (“Πολύ” ή “αρκετά”), αυτό μειώθηκε από 35% σε 17% (για αυτές και άλλες ενδιαφέρουσες στατιστικές ενδείξεις, συμβουλευτείτε το ειδικό τεύχος του La Pensée, “Ο λαός, η κρίση, η πολιτική” των Guy Michelat και Michel Simon). Το ότι η σχέση ανάμεσα στο λαό και στο κράτος δεν είναι σχέση εμπιστοσύνης είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε.

Δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Γαλλία δεν έχει τον λαό που της αξίζει, και ότι η σκοτεινή ψήφος υπέρ της Λε Πεν επιβεβαιώνει αυτή την ανεπάρκεια; Η ισχυροποίηση της δημοκρατίας θα απαιτούσε η κυβέρνηση να εκλέξει έναν άλλο λαό, όπως πρότεινε ειρωνικά ο Μπρεχτ…

Η θέση μου είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε δύο άλλους ενόχους: στους διαδοχικούς ηγέτες της κρατικής εξουσίας, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, και σ’ ένα σημαντικό τμήμα διανοουμένων. 

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι οι φτωχοί της επαρχίας που αποφάσιαν να περιορίσουν όσο γίνεται τα βασικά δικαιμώματα των εργατών σ’ αυτή τη χώρα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους ή η καταγωγή τους, οι οποίοι ζουν εδώ με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σοσιαλιστής υπουργός το έκανε, και μετά όλοι αυτοί της δεξιάς που άρπαξαν την ευκαιρία. Δεν είναι ο αμόρφωτος επαρχιώτης που δήλωσε το 1983 πως οι απεργοί της Ρενώ – κυρίως Αλγερινοί ή Μαροκινοί– ήταν “μετανάστες (…) κινητοποιημένοι από θρησκευτικές ή πολιτικές οργανώσεις που βασίζονται σε κριτήρια ασύμβατα με τις γαλλικές κοινωνικές πραγματικότητες.» 

Σοσιαλιστής πρωθυπουργός ήταν, βέβαια, προς τέρψιν των «εχθρών» του εκ δεξιών. Ποιος από μας είχε την φαεινή ιδέα να πει ότι ο Λε Πεν μιλά για πραγματικά προβλήματα; Μήπως ήταν κανένας αλσατός παρτιζάνος του Εθνικού Μετώπου; Όχι, ήταν ο πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Δεν είναι ο καθυστερημένος πληθυσμός της επαρχιακής ενδοχώρας που δημιούργησε τα «κέντρα φιλοξενείας» που φυλακίζουν, χωρίς πραγματικά δικαιώματα,  όλους όσους επιπλέον στερούνται της δυνατότητας να αποκτήσουν νόμιμα χαρτιά βάσει  μόνο του γεγονότος ότι βρίσκονται εδώ. 

Δεν είναι οι αγανακτισμένοι κάτοικοι των προαστίων των πόλεών μας που έβγαλαν τη διαταγή, η οποία ακούστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, να εκδίδονται γαλλικές βίζες με τον ρυθμό σταγόνας, ενώ την ίδια στιγμή καθορίζουμε τις ποσοστώσεις των απελάσεων που πρέπει πάσει θυσία να γίνονται απ’ την αστυνομία. Η διαδοχή περιοριστικών νόμων που επιτίθενται στην ελευθερία και την ισότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ κάτω απ’ το πρόσχημα της αλλοτριότητάς τους, αυτό δεν είναι έργο του αποχαλινωμένου «λαϊκισμού.» 

Στο τιμόνι για αυτά τα νομικά εγκλήματα βρίσκουμε το κράτος, απλά και ξεκάθαρα–όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχής γενομένης από τον Φρανσουά Μιτεράν και συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των διαδοχικών κυβερνήσεων μετά από αυτόν. Σε αυτό το θέμα, και αυτά είναι απλώς δύο παραδείγματα, ο σοσιαλιστής Λιονέλ Ζοσπέν γνωστοποίησε τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία πως δεν ετίθετο ζήτημα ακύρωσης των ξενοφοβικών νόμων του Σαρλ Πασκουά· και ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολλάντ έκανε γνωστό ότι όσον αφορά την πολιτική νομιμοποίησης των χωρίς χαρτιά μεταναστών δεν θα υπάρξει καμία διαφοροποίηση σε σχέση με όσα ίσχυαν κατά την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί. Η συνέχεια κατεύθυνσης είναι ξεκάθαρη. Είναι αυτή η πεισματική ενθάρρυνση της ιταμότητας από την πλευρά του κράτους που δημιουργεί την αντιδραστική και ρατσιστική γνώμη, και όχι το αντίθετο. 

Δεν νομίζω, επίσης, πως είναι άγνωστο το γεγονός πως ο Νικολά Σαρκοζί και η συμμορία του βρισκόταν διαρκώς στο μέτωπο του πολιτισμικού ρατσσμού, υψώνοντας ψηλά το λάβαρο της «ανωτερότητας» του αγαπημένου μας δυτικού πολιτισμού και καταθέτοντας προς ψήφιση μια ατέλειωτη σειρά νομοθετικών διακρίσεων που η μοχθηρία τους μας ανατριχιάζει. 

Αλλά στο κάτω-κάτω, δεν βλέπουμε και την αριστερά να ξεσηκώνεται προκειμένου να αντισταθεί με το αναγκαίο σθένος για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας αντιδραστικής μανίας. Η αριστερά έφτασε στο σημείο συχνά να δηλώσει ότι «κατανοεί» αυτή την απαίτηση για «ασφάλεια», και υπερψήφισε ψυχρά τέτοιες ανοιχτά παρανοϊκές αποφάσεις όπως αυτές που είχαν ως στόχο την αποβολή από τον δημόσιο χώρο οποιασδήποτε γυναίκας καλύπτει τα μαλλιά ή το σώμα της. 

Οι υποψήφιοι της αριστεράς δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι θα ξεκινήσουν έναν αδυσώπητο πόλεμο, όχι τόσο ενάντια στη διαφθορά των καπιταλιστών και στη δικτατορία των προϋπολογισμών λιτότητας, αλλά ενάντια στους χωρίς χαρτιά εργάτες και τους ποινικά υπότροπους νεαρούς, ειδικά αν είναι μαύροι ή Άραβες. Στο ζήτημα αυτό, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά, έχουν καταπατήσει κάθε αρχή. Πρόκειται, για όσους στερούνται χαρτιών, όχι για κράτος δικαίου, αλλά για κράτος εξαίρεσης, για κράτους του μη δικαίου. Αυτοί είναι οι επισφαλείς και όχι οι πλούσιοι υπήκοοι. Αν αναγκαζόμασταν, ο Θεός να μας φυλάει, να απελάσουμε κόσμο, θα ήταν καλύτερα να απελάσουμε τους ηγέτες μας και όχι τους πολύ αξιοπρεπείς εργάτες απ’ το Μαρόκο ή το Μαλί. 

Και πίσω απ’ όλα αυτά, για πολύ καιρό τώρα, για πάνω από είκοσι χρόνια, ποιον βρίσκουμε; Ποιοι είναι οι ένδοξοι επινοητές της «ισλαμικής απειλής», που, σύμφωνα με τους ίδιους, απειλεί να αποσυνθέσει την δυτική κοινωνία και την όμορφή μας Γαλλία; Ποιοι είναι οι διανοούμενοι που ασχολούνται με το αποτρόπαιο καθήκον των φλογερών επιφυλλίδων, των διαστρεβλωμένων βιβλίων και των κατά παραγγελία «κοινωνιολογικών ερευνών»; Πρόκειται μήπως για μια ομάδα από συνταξιούχους επαρχιώτες και εργάτες σε αποβιομηχανοποιημένες πόλεις; Αυτοί έχτισαν υπομονετικά όλη την υπόθεση της «σύγκρουσης πολιτισμών», της υπεράσπισης του «δημοκρατικού συμβολαίου», τις απειλές στην ωραία μας «κοσμικότητα», τον «φεμινισμό» που εξοργίζεται από την καθημερινή ζωή των γυναικών των αραβικών χωρών;  

Δεν είναι ατυχές ότι τα βέλη στρέφονται αποκλειστικά κατά των ηγετών της άκρας δεξιάς (οι οποίοι απλώς βγάζουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά), χωρίς να αποκαλυφθεί ποτέ  η τεράστια ευθύνη όσων, στην υποτιθέμενη «αριστερά» –και ας σημειωθεί εδώ ότι πρόκειται τις περισσότερες φορές για καθηγητές φιλοσοφίας και όχι βεβαίως για ταμίες σουπερμάρκετ– επιχειρηματολογούσαν παθιασμένα πως οι Άραβες και οι μαύροι, και ιδιαίτερα οι νέοι, διαφθείρουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, διαστρέφουν τα προάστιά μας, προσβάλλουν τις ελευθερίες μας και τις γυναίκες μας; Ή ότι «παραείχαμε πολλούς» στις ποδοσφαιρικές μας ομάδες; Ακριβώς όπως κάποτε μίλαγε κάποιος για Εβραίους και «μέτοικους», αυτούς απ’ τους οποίους η αιώνια Γαλλία απειλείται θανάσιμα. 

Δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν κάποια φασιστικά γκρουπούσκουλα που δρούσαν στο όνομα του Ισλάμ. Αλλά υπάρχουν επίσης φασιστικά κινήματα που ταυτοποιούνται ως υπερασπιστές της Δύσης ή του Χριστού του Βασιλέως.  Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει κανέναν ισλαμοφοβικό διανοούμενο απ’ το να επαινεί ατελείωτα την ανώτερή μας «δυτική» ταυτότητα και να καταλήγει στο να εναποθέτει της αξιοθαύμαστές μας «χριστιανικές ρίζες» στην λατρεία μιας κοσμικότητας, για την οποία η Μαρίν Λε Πεν (που ανήκει πλέον στους φανατικότερους οπαδούς του εν λόγω δόγματος) αποκάλυψε επιτέλους το είδος της πολιτικής που την εκκολάπτει.

Στην πραγματικότητα, οι διανοούμενοι είναι που επινόησαν την αντιλαϊκή βία, που έχει κύριο στόχο τη νεολαία των γκέτο, και που είναι το πραγματικό μυστικό της Ισλαμοφοβίας. Και είναι οι κυβερνήσεις, ανίκανες να χτίσουν μια πολιτική κοινωνία ειρήνης και δικαιοσύνης, που παρέδωσαν ως εξιλαστήρια θύματα στις συγχυσμένες και τρομαγμένες εκλογικές τους πελατείες τους ξένους, και κυρίως τους Άραβες εργάτες και τις οικογένειές τους. Όπως πάντα, η ιδέα –έστω και εγκληματική– έρχεται πριν απ’ την εξουσία, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει τη γνώμη που χρειάζεται. Οι διανοούμενοι –τι κι αν είναι αξιοθρήνητοι– έρχονται πριν απ’ τον υπουργό, που κατασκευάζει τους ακολούθους του. 

Το βιβλίο –ακόμα και όταν είναι για πέταμα– προηγείται της προπαγανδιστικής εικόνας, που αντί να διδάσκει, παραπλανεί. Και ως αποτέλεσμα τριάντα χρόνων υπομονετικών συγγραφικών προσπαθειών, η πολεμική και η «ανίδεη» εκλογική αναμέτρηση βρίσκουν την φρικτή ανταμοιβή τους στις βαριεστημένες συνειδήσεις και στην αγελαία ψήφο.

Ντροπή σ’ αυτές τις διαδοχικές κυβερνήσεις, που όλες τους αναμετρήθηκαν γύρω από τα αλληλένδετα ζητήματα της «ασφάλειας» και του «μεταναστευτικού», ώστε να αποκρύψουν ότι εξυπηρετούσαν κυρίως τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας! Ντροπή στους νεορατσιστές και αδιόρθωτα εθνικιστές διανοούμενους, που επίμονα και συστηματικά συγκάλυπταν το κενό που άφησε στα λαϊκά στρώματα η παροδική έκλειψη της κομμουνιστικής υπόθεσης με ένα σωρό ανοησίες για τον ισλαμικό κίνδυνο και την καταστροφή των «αξιών» μας!  

Αυτοί πρέπει τώρα να απολογηθούν για την απειλή του καλπάζοντος φασισμού, του οποίου την ιδεολογική ανάπτυξη προώθησαν χωρίς σταματημό. 
Πηγή Le Monde